Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Πρωθύστερο (κατά κάποιο τρόπο: ΙΙ)

Πρώτα έγραψα το κείμενο για τη Μπρυζ. Μετά, έφυγα για το ταξίδι στην Αθήνα και η επιστροφή με βρήκε όπως περίμενα, δυσπροσάρμοστο και αγχωμένο. Ξέρω καλά πια γιατί δε θα προσαρμοστώ ποτέ: παραμένω προσκολλημένος στις ωραίες αθηναϊκές μέρες, τους δικούς μου ανθρώπους κι όλα όσα με κρατάνε (οξύμωρο) ήρεμο και ζωντανό αυτή την παράξενη εποχή.
Έτσι, πριν μπω στο χειρουργείο στρατολογώ μια ανάμνηση. Βουρτσίζω τα χέρια μου και το μυαλό μου γαληνεύει από τη μονότονη κίνηση και από το ταξίδι στις ωραίες στιγμές μου.

Ένα. Ο Κωστής τυλιγμένος με μια πετσέτα, το νερό στάζει από τα μαλλιά και τα γυαλιά στο άτυχο βιβλίο που βρέθηκε μπροστά του, ο αδερφός μου παρών, οι γονείς μου ετοιμάζουν τραπέζι και όλα γενικώς, ζέστη κάτω απ’τη φραγκιάτα. Μυρίζω το ανακάτεμα των σαμπουάν και των αντηλιακών, ακούγεται ο διακεκομμένος ήχος του τζετ σκι που πηδάει στα κύματα και ο αχός του κόσμου από την παραλία: ενοχλητικός τότε, ευεργετικός τώρα καθώς η ηχητική ανάμνηση μετατρέπει την εικόνα σε βίωμα.



Δύο. Θα ήταν καλύτερα να μην ακούγεται τίποτα, μόνο το κυματάκι. Χύνομαι στην καρέκλα, τα κορίτσια έχουν καταλάβει τις αιώρες, ο Δημήτρης κοιμάται στην πολυθρόνα του. Χαζεύω τη θέα, μοιάζει βγαλμένη από φτηνό πίνακα της Μονμάρτης, φορτωμένο με όλα τα αισθητικά στερεότυπα: φεγγάρι, αντανάκλαση στα σκοτεινά νερά, μακριά τα πλοία της Μεσογείου και ο δράκος που κοιμάται με το κεφάλι ακουμπισμένο ήσυχα στο έδαφος σαν τον Άλφι. Δεν πειράζει, ας παίζει Rolling Stones ή Dire Straits, κι ας μη μιλάει κανείς, τι τις χρειάζονται οι φίλοι τις κουβέντες...



Τρία. Τους βλέπω να κοιτάζουν τη θάλασσα του Μαρμαρά. Θα χαθούμε στα στενά της Πριγκήπου μα θα ξαναβρεθούμε στη μικρή πλατεία, θα τσιμπήσουμε τουριστικό κεμπάμπ και προτηγανισμένες πατάτες αλλά δε θα μας νοιάζει. Στα μάτια τους αντανακλούν τα μυστικά σήματα που στέλνει η Μυρτώ απ’ το μέλλον τους, κι εμείς το καταλαβαίνουμε γιατί τους ξέρουμε καλά, δεκαπέντε χρόνια και...



Τέσσερα, πέντε, έξι... Ο Τζιλιμπόι αφήνει το κινητό ανοιχτό κι ακούω την πρόβα, ή μέσα στο ιατρείο του ετεθ ακούω τη Μαρία από παλαιολιθικό τραντζίστορ με παράσιτα, ή

ουπς, τέλος χρόνου, πρέπει να καρφώσω το κρανίο (όχι στην αμμουδιά του σαχτούρη,το άλλο, το αληθινό)

2 σχόλια:

Παράξενος Ελκυστής είπε...

Κανένας φτηνός πίνακας της Μονμάρτης δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδόσει εκείνο το ζεστό καλοκαιρινό αίσθημα, αντάξιο αυτού του σπάνιου δεσίμοτος ανθρώπων που μοιράζονται τόσα χρόνια ,σχεδόν 17,τη ζωή τους και ό,τι αυτή περιλαμβάνει...

Hypocrite lecteur είπε...

...κι ότι αυτό περιλαμβάνει.