Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Το ποτάμι

Τα ξημερώματα της 8ης Μαΐου 1945 υπογράφηκε η συμφωνία συνθηκολόγησης της Γερμανίας, που σήμανε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον για την Ευρώπη. Το γεγονός έλαβε χώρα στην πόλη Reims, καμιά 200ριά χιλιόμετρα ανατολικά από το Παρίσι, μια πόλη πνιγμένη από αμπελώνες και Ιστορία. Μέρα γιορτής σ’ όλη την Ευρώπη, και στη Γαλλία φυσικά. Ο νέος πρόεδρος, δίπλα δίπλα με τον απερχόμενο παρακολούθησαν τις εκδηλώσεις, παρουσιάζοντας με συμβολικό αλλά αναμφισβήτητο τρόπο μια κλίμακα αξιολόγησης της σπουδαιότητας των ιστορικών γεγονότων, δυο μέρες μετά από τις πιο αμφίρροπες αλλά και οξείς εκλογές των τελευταίων 30 χρόνων στη χώρα. Πώς διαφέρουν τα έθνη. Αναρρωτιέμαι τι φταίει που οι έλληνες δυσκολευόμαστε τόσο να βρούμε ένα δρόμο. Δε βρίσκω φυσικά απάντηση, αλλά πείθομαι σιγά σιγά ότι οι αφορισμοί του τύπου «δε θα αλλάξει ποτέ τίποτα» είναι το ίδιο βλακώδεις με τις κραυγές περί ανωτερότητάς μας έναντι άλλων λαών.

Δυο μέρες πριν, έβλεπα τα πρώτα αποτελέσματα των δικών μας εκλογών ‘παγιδευμένος’ στο Παρίσι λόγω υποχρεώσεων ανυπέρβλητων, κι όχι μόνο επαγγελματικών. Η ώρα των exit poll με βρήκε στο δρόμο, να περπατάω αντίθετα με το κύμα των οπαδών του Ολάντ που κατέβαινε σιγά σιγά προς τη Βαστίλλη για τους πανηγυρισμούς. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να κατέβω αργότερα για να πάρω μια ιδέα από την ατμόσφαιρα, κι επέστρεψα σπίτι.

Πιο πολύ κι από την έκπληξη, αυτό που με χτύπησε με την πρώτη εικόνα των αποτελεσμάτων των εκλογών στην Ελλάδα, ήταν η ανασφάλεια. Ήταν το ένστικτο που τραγουδάει μέσα μου (δυστυχώς;) αρκετά συχνά τελευταία, με τη μαγική φωνή του Τζόνι Κας: There is no easy way out. Ταυτόχρονα, ένα καμπανάκι, η αριστερή μου αναφορά, άρχισε να κουδουνίζει επίμονα, ένας κρυφός και σχεδόν ένοχος ενθουσιασμός.

Έδωσα στον εαυτό μου λίγο χρόνο. Την πολυτέλεια του λίγου χρόνου, της –λίγο πιο– ψύχραιμης άποψης. Κι άρχισα να χαζεύω στο ίντερνετ τις πρώτες αντιδράσεις. Φόβος, ανασφάλεια, αμφιβολία. Και μεγάλη απογοήτευση. Για το ποσοστό της χρυσής αυγής, του σύριζα, του καμμένου. Για την έλλειψη προφανούς αυτοδύναμης λύσης για κυβέρνηση. Φόβος της χρεωκοπίας. Φόβος της αναταραχής. Φόβος.

 Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε στα σχόλια ήταν η γενική δυσαρέσκεια για την λεγόμενη «πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού». Καταλαβαίνω τη δυσαρέσκεια από το σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων του πασόν και της νδ. Αλλά οι άλλοι γιατί δυσαρεστήθηκαν; Από αυτή την άποψη το αποτέλεσμα είναι ευανάγνωστο. Και, αν συμφωνούμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης μετά από μια τριακονταετία κυβερνήσεων του δικομματισμού, θεμιτό. Αν συμφωνούμε ότι ο δικομματισμός, εκφρασμένος από τα δύο συγκεκριμένα κόμματα, έπρεπε να τελειώσει, τι άλλου είδους αποτέλεσμα περιμέναμε;

Ευανάγνωστο επίσης είναι και το ποσοστό του κκε. «Καρφωμένο» ποσοστό ως απάντηση σε «καρφωμένες» επί χρόνια και χρόνια ιδέες. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αυτό, με τη διαφορά ότι, κάποια στιγμή, πρέπει να σταματήσει να δίνεται αυτή η απάντηση ως άλλοθι: ναι, οι απόψεις τους είναι γνωστές, τίμιες και σταθερές, αλλά πια εκτός από μούχλα μυρίζουν κι ευθυνοφοβία.

 Ευανάγνωστο αν και ενοχλητικά δύσπεπτο (για να παραμείνω ο βασιλιάς του understatement) είναι και το ποσοστό της χρυσής αυγής: θα έπρεπε δυστυχώς να έχει γίνει σαφέστερος ο διαχωρισμός μεταξύ του «πολιτικού» ερωτήματος περί λύσης στο μεταναστευτικό ζήτημα, και του «υπαρξιακού» ερωτήματος «λύνουμε τα προβλήματά μας στα πλαίσια κοινωνίας ή στα πλαίσια ζούγκλας;».

Παρόλα αυτά μπαίνω στο μετρό μπερδεμένος. Κατεβαίνω Saint Paul στη συνοικία Marais, και αρχίζω να βαδίζω προς τη Βαστίλλη, στη λεωφόρο Saint Antoine. Γύρω μου οι νέοι πίνουν, χορεύουν και τραγουδάνε. Κρατάνε και τριαντάφυλλα στα χέρια (όπως παλιά). Ανεβαίνουν στα φανάρια και στα αγάλματα για να στρίψουν τσιγάρα «ποζάροντας» με αυτό που στο μυαλό τους είναι η επαναστατική τους διάθεση. Αλλά (αν κοιτάξεις προσεκτικά θα το δεις κι εσύ) και στην καρδιά τους. Ο ενθουσιασμός τους είναι ανυπόκριτος και οι φωνές τους όσο πλησιάζω στην πλατεία γίνονται πιο δυνατές. Κι εκεί, όπου χιλιάδες συνωστίζονται και κρέμονται σαν τσαμπιά από το μνημείο της Βαστίλλης, δεν έχω πια καμία αμφιβολία: το κύμα τους είναι αληθινό.


Επτά στους δέκα από τους συγκεντρωμένους που πανηγυρίζουν είναι μετανάστες. Κρατούν γαλλικές σημαίες και σημαίες των πατρίδων τους, άγνωστες σε μένα πολύχρωμες αφρικανικές σημαίες. Είναι ξεκάθαρο, αυτοί δίνουν το ρυθμό, χοροπηδούν ανακουφισμένοι από την πτώση του Σαρκοζί. Πίσω από κλειστά παράθυρα, συντηρητικοί παριζιάνοι γκρινιάζουν («φυσικά, αφού τον ψήφισαν όλοι αυτοί που θέλουν να κάνουν το Παρίσι την πιο βόρεια αφρικανική πόλη, πώς να μη βγεί, αλλά ξέρω τι σας χρειάζεται»), και προετοιμάζονται για τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου: η Μαρίν Λεπέν τρίβει τα χέρια της.

 Η ευκαιριακή ψήφος. Αυτή που ωθεί την πολιτική σε κύκλους. Γιατί μας σοκάρει τόσο η ευκαιριακή ψήφος; Μήπως τόσα χρόνια αυτή δεν ήταν που έδινε εναλλάξ την κυβέρνηση στα δύο πρώην μεγάλα κόμματα στην Ελλάδα; Τώρα την πήραν ο καμμένος, ο σύριζα, η δημάρ, η χρυσή αυγή. Πόσο ώριμοι είμαστε για να δώσουμε την ψήφο μας (έστω και την ευκαιριακή) μετά από πολιτική σκέψη, κι όχι στα τυφλά; Τι ακριβώς από την πρόσφατη πολιτική ιστορία της Ελλάδας μας προϊδέαζε για στοχευμένη και ενημερωμένη ψήφο; Και ποιοί είναι έτοιμοι να τη δεχτούν; Αυτά σκέφτομαι βλέποντας τη γενική απαξία που πυροδότησε το εκλογικό αποτέλεσμα.

 Αυτά κι ακόμα περισσότερα: οι έλληνες είμαστε ένας λαός μεσογειακός, παρορμητικός. Τις μεγάλες ιστορικές στιγμές μας τις στιγμάτισαν συναισθηματικές αποφάσεις, και ποτέ βασισμένες στην κοινή λογική. Πόσο λογική ήταν η αντίδραση κατά του άξονα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; ή πιο πρόσφατα, με το Πολυτεχνείο; (και στη μικρασιατική καταστροφή, και στον εμφύλιο, λέει μια φωνή, ναι λέω εγώ, ακριβώς αυτοί είμαστε, όπερ έδει δείξε). Όποιος λοιπόν ζητάει από τον έλληνα να ψηφίσει με γνώμωνα τις γνώσεις του περί πρωτογενούς ελλείμματος, δημοσιονομικής προσαρμογής και πινακάκια του excel, όσο κι αν επικαλείται το ρεαλισμό προτείνοντας τις λύσεις του, απλώς χάνει μια σημαντική παράμετρο της πραγματικότητας.

Φωτογραφίζω τις παρέες που μου χαμογελούν, με ευχαριστούν που συμμετέχω στο πανηγύρι τους, εξωστρεφείς, γενναιόδωροι μετά τη νίκη, στη φαρέτρα τους νιώθουν να καίει το παντοδύναμο βέλος της αλληλεγγύης, φεύγουν, συνεχίζουν το τραγούδι. Τον προηγούμενο αιώνα τους κατακτήσαμε,τους αποικίσαμε, τους υποτάξαμε, τους φέραμε πιο κοντά μας, σκέφτομαι, και τώρα αυτοί επιστρέφουν. Επιστρέφουν να διεκδικήσουν αυτά που σε τελική ανάλυση τους δίδαξε το ευρωπαϊκό πνεύμα. Δικαιώματα. Και είναι σαφές: το ποτάμι δε γυρίζει πίσω, κοιτάζω τις πρώτες από τις εικόνες ενός μέλλοντος απολύτως αναπόφευκτα πολυφυλετικού. Και ταυτόχρονα νιώθω στο αίμα μου τη δύναμη αυτή: του κόσμου που αλλάζει, με κινητήρια δύναμη αυτούς τους ανθρώπους, μετανάστες ή όχι, που τραγουδάνε «αλλαγή» και δεν εννοούν την αλλαγή Σαρκοζί – Ολάντ αλλάκάτι βαθύτερο, τώρα το βρίσκουν κι αυτοί σιγά σιγά. Και η δύναμή τους είναι μεγάλη. Τόσο μεγάλη που όποιος την αγνοεί το πληρώνει, και αυτό που λέω, πιστέψτε με, δεν το νιώθω σαν απειλή, αλλά σαν απλή διαπίστωση ενός νόμου της ζωής πιο πραγματικού από όλα τα πρωτογενή ελλείμματα και όλους τους νόμους για την οικονομία και τις τράπεζες: οι λαοί κινούν την Ιστορία.

Αυτά λοιπόν τα λάθη χρεώνω στους φίλους μου που υποστηρίζουν τις φιλελεύθερες και τις «μνημονιακές» λύσεις. Επικαλούνται τον ορθολογισμό έναντι του λαϊκισμού και τους ξεφεύγει η πιο βασική παράμετρος της πραγματικότητας: η δύναμη του κόσμου, που όσο απολίτικος και νωθρός κι αν κατάντησε, διατηρεί το αντανακλαστικό της αντίδρασης στη σκληρή καταπίεση, το αρχέγονο αντανακλαστικό να αποφασίσει αυτός για το μέλλον του. Ευτυχώς.

 Η νύχτα προχώρησε, ψάχνω εκείνο το παλιό τραγούδι του Ντύλαν, νά ‘το.

Come gather 'round people wherever you roam
And admit that the waters around you have grown
And accept it that soon you'll be drenched to the bone
If your time to you Is worth savin' then you better start swimmin'
Or you'll sink like a stone for the times they are a-changin'.

Προχώρησαν κι οι μέρες, τα φώτα όλα στο σύριζα και τον Τσίπρα. «Αλέξη πές μου, με τι λόγια να στο πώ;». Έπρεπε να είστε πιο έτοιμοι. Έπρεπε να έχετε αποφύγει κάθε ίχνος λαϊκισμού. Έπρεπε να έχετε προβλέψει ότι πολύς κόσμος θα αναζητήσει ελπίδα στην αριστερά. Έπρεπε να ξέρετε ότι η ψήφος, ακόμα και με τη μορφή πυροβολισμού στα τυφλά, έχει αξία και φέρνει ευθύνη.

Ειλικρινά, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για το άμεσο μέλλον. Το λέω καθαρά γιατί έχει αξία να κάνει κανείς πράξη τις ιδέες του: θα στηρίξω την αριστερά ακόμα κι έτσι, μέσα στην ανασφάλεια και την αμφιβολία μου για το αν έχει την ικανότητα και την ωριμότητα να κυβερνήσει. Γιατί διαμόρφωσα την πολιτική γνώμη μου πρώτα και δε γίνεται να την αλλάξω τώρα με βάση την ποιότητα των πολιτικών μόνο. Αυτούς τους πολιτικούς έχουμε, είναι κομμάτι της Ιστορίας μας τα τελευταία τριάντα χρόνια, τα χρόνια της γενιάς μου. Και μεγάλωσα με την επιθυμία η γενιά μου να μην είναι απλώς η γενιά που θα θυμάται τις γιορτές του Πολυτεχνείου από το σχολείο. Η γενιά μου θα πιει τώρα το πικρό ποτήρι των μεγάλων γεγονότων. Ας το πιει χωρίς φόβο. Ή ας το πιει με το φυσικό, ανθρώπινο φόβο, κι όχι με το φόβο «της τιμωρίας από τις αγορές».

Θέλω να αποφασίσω για το μέλλον μου, κι αν δεν μπορώ πια, αν έχασα την ευκαιρία μου, θέλω τα παιδιά μου μετά από χρόνια να μπορούν να αποφασίζουν για το δικό τους. Και φαίνεται σιγά σιγά ότι θα καταλάβουν κι οι πιο σκληροπυρηνικοί στην ευρώπη ότι η επιβολή της οικονομίας στην πολιτική και η αναίσχυντη παρεμβολή στη δημοκρατία δεν ταιριάζει όχι μόνο με την μακριά ελληνική ιστορία, αλλά ούτε με τη σύντομη ευρωπαϊκή. Ότι η ευρώπη έχει χρέος να διατηρήσει την αλληλεγγύη της, αλλιώς δεν είναι πια ευρώπη, είναι κάτι άλλο, και αναρρωτιέμαι αν οι αυτοαποκαλούμενοι «φιλοευρωπαϊστές» θέλουν να αποτελούν μέρος της.

 Και ο φόβος; Η ανασφάλεια; Η χρεωκοπία; Λοιπόν, αν η μοίρα της γενιάς μου είναι να χρεωκοπήσει την Ελλάδα, μοίρα της είναι και να την ξαναχτίσει. Με όρους δικούς της. Δεν προχωράμε στη ζωή βαδίζοντας πάντα στην ασφάλεια, το έμαθα καλά αυτό τον τελευταίο χρόνο. Καλομάθαμε τριάντα χρόνια σε ανούσιες εναλλαγές εξουσίας, ασφαλείς και στάσιμοι. Ασφαλής δρόμος δεν υπάρχει. Τουλάχιστον θα τον διαλέξω εγώ το δρόμο μου, και οι αντιδράσεις που ακούω γύρω μου με πείθουν ότι είναι όντως δικός μου ο δρόμος και κανείς δε μου τον επιβάλλει, και κυρίως δεν μου τον επιβάλλει ο φόβος.

Φυσικά ακούω τις φωνές στο πίσω μέρος του μυαλού μου, «τη ρεαλιστική προσέγγιση»: Πώς είναι δυνατόν, πώς παραβλέπεις τον κίνδυνο, τις άμεσες συνέπειες, κι όλα αυτά απλώς για μια ιδεολογία, για μια ιδέα;

Επιστρέφω λοιπόν στο ρεαλιστή εαυτό μου τη φράση που με σημάδεψε, τη φράση με την οποία ο ήρωας του Καμύ, γιατρός Ριέ, βάζει τον ακρογωνιαίο λίθο του ανθρωπισμού (στην ιατρική κι όχι μόνο):

«Οι άνθρωποι, φίλε μου, δεν είναι ιδέα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: