Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Τι είδα όταν άνοιξα τις κουρτίνες

Το Γενάρη του 2009, πνιγμένος από μια αίσθηση απώλειας σαν αυτές που τρέφονται από τα ποίηματα του Καββαδία (ούτε φουστάνι στη στεριά ούτε μαντήλι), άρχισα να διανύω τον τρίτο μήνα της Πρώτης Περιόδου της Lille. Έμπαινα κάθε πρωί στο Punto, διέσχιζα την παλιά πόλη με κατεύθυνση το Champ de Mars («που πάτε ρε Καραμήτροι λιλουά, δίπλα στο Παρίσι είστε, κάποιος θα σας καταλάβει...»), και έπαιρνα τη λεωφόρο Vauban. Στις πρώτες διαδρομές μου, παρά τη μεγάλη προσοχή στο δρόμο (ψαρωμένος γαρ), έκανα συστηματικά ένα λάθος, σίγουρα όλοι θα με καταλάβετε και θα με συχωρήσετε: δε σταματούσα στις διαβάσεις.

Ένα βροχερό πρωινό, οδηγώντας ανύποπτος, συνέλαβα με την άκρη του ματιού μου μια ηλικιωμένη κυρία να βάζει το πόδι της στην άσφαλτο, με την απόλυτη βεβαιότητα για μια επικείμενη ασφαλή μετάβαση απέναντι. Για ένα κρίσιμο δευτερόλεπτο αμφιταλαντεύτηκα ανάμεσα σε ένα βίαιο φρενάρισμα – δείγμα σεβασμού προς τη γραία, αλλά με τον κίνδυνο του σοδομισμού, μεταφορικό και κυριολεκτικό, από έναν ενδεχομένως βιαστικό οδηγό λεωφορείου να ελοχεύει, και σε μια πιο συγκαταβατική λύση του τύπου «δεν επιβραδύνω – δεν επιταχύνω – χαμογελάω ευγενικά κοιτώντας τη και ζητώντας συγνώμη – χρησιμοποιώ μάλιστα το χαμόγελο που δηλώνει πόσο καλό παιδί είμαι, και πόσο καλός γαμπρός θα ήμουν για την εγγονή σας, κρίμα που είμαι παντρεμένος». Μέχρι να αποφασίσω, η καλή κυρία τραβούσε το πόδι της από το δρόμο, όχι μόνο τρομαγμένη, αλλά και με μια έκπληκτη απογοήτευση για έναν κόσμο που καταρρέει, για ένα σύστημα αρχών και αξιών που προσβάλλεται βάναυσα, για ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο που παραβιάζεται.

Το περιστατικό δεν τελείωσε εκεί, καθώς στο επόμενο φανάρι την είδα από τον καθρέφτη να στέκεται ακόμα εκεί, κουνώντας απειλητικά μια τεράστια ομπρέλα προς το μέρος μου και ξεστομίζοντας ποιος ξέρει ποιες ακατανόμαστες εκφράσεις. Εκείνη την ώρα αισθάνθηκα άσχημα, το ξεπέρασα όμως σε δευτερόλεπτα, και το ξέχασα.

Δηλαδή δεν το ξέχασα οριστικά, προφανώς, αφού το ανακαλώ τώρα, δυο χρόνια μετά...


Ποιοί είναι οι Αγανακτισμένοι; Γιατί δε συντάσσονται όλοι μαζί τους; Γιατί υπάρχουν τόσοι που ειρωνεύονται, δυσπιστούν, ακόμα και χλευάζουν αυτή την κίνηση, και κάθε άλλη κίνηση διαμαρτυρίας; Γιατί ο κόσμος δεν επαναστατεί; Τα ερωτήματα με βασανίζουν, και το εννοώ. Την Αθήνα του 2011 δεν τη ζω απο κοντά, νιώθω σα να παρακολουθώ τις εξελίξεις κοιτώντας ανάποδα μέσα από ένα ζευγάρι κυάλια, όπως κάνουν τα παιδιά και παίρνουν το πρώτο τους μάθημα για τη σχετικότητα της αλήθειας. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια σύγχυση, μια αμηχανία, ένας δισταγμός. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει και μια τεράστια άρνηση, μια μηδενιστική απόρριψη κάθε κινητοποίησης. Έκανα μια γύρα στο facebook, βρήκα αγανακτισμένους σε κάθε πόλη που μπορεί να φανταστεί κανείς, στο Γκόθαμ, τη Λιμνούπολη, τη Μόρντορ... Δε λέω, καλό το ΑΡΜ, και το έχουμε τιμήσει, μάρτυς μου ο Ταμπακίς, αλλά εδώ έχουμε κάτι άλλο. Εδώ μπερδεύουμε τη βούρτσα με τη χτένα.

Καθένας έχει κάτι να πει, εκατοντάδες απόψεις εκφράζονται, όλες προσωπικές. Το πρόβλημα ξεκίνησε με την αρθρογραφία του Ίντερνετ. Συνεχίστηκε με τα blogs και ξεφτιλίστηκε με το facebook. Πιστέψτε κάποιον που προσπαθεί με αγωνία να διαμορφώσει μακρόθεν άποψη, ο βομβαρδισμός ετερόκλητων απόψεων είναι ισοπεδωτικός. Ειλικρινά, μερικές φορές στρέφομαι στα γαλλικά μέσα, όχι για την αντικειμενικότητα των ειδήσεων, όπως οι παλιότεροι στη χούντα άκουγαν τη ντόυτσε βέλλε, αλλά για την αντικειμενικότητα των απόψεων. Όμως κι αυτοί έχουν τα δικά τους, και ασχολούνται μαζί μας λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε.

Οι απόψεις έχουν έχουν ένα βασικό πρόβλημα: είναι εύκολες. Είναι εύκολο να καθίσει κάποιος να διαβάσει και να σκεφτεί από 30 δευτερόλεπτα μέχρι 30 μέρες για να αποκτήσει μια άποψη, και σήμερα είναι πια πολύ εύκολο επιπλέον να τη δημοσιεύσει. Μεταξύ των απόψεων είναι ακόμα πιο εύκολο να εκφραστεί μια αρνητική ή μηδενιστική, από το να εκφραστεί μια πρόταση. Αλλά και οι αρνήσεις και οι προτάσεις, όλες οι απόψεις, είναι πολύ πιο εύκολες από τις δράσεις! Και, κακά τα ψέματα, έχουμε εθιστεί εδώ και καιρό στις εύκολες λύσεις. Το δεύτερο πρόβλημα με τις απόψεις, είναι ότι η σκέψη, ανάλογα και με το πόσο ικανός είναι ο καθένας στο να τη χρησιμοποιεί, μπορεί να σκιαγραφεί λεπτομέρειες, λεπτές διαφορές στο πόσο βαραίνει κάθε τι μέσα στο μυαλό μας, να εντάσσει ιδέες άλλων και τελικά να γεννάει μια άποψη, που ανάλογα με την ικανότητα του καθενός είναι διαφορετική, προσωπική. Σπάνια θα βρεθούν σκέψεις και απόψεις μεταξύ των ανθρώπων ολόιδιες. «Και πού είναι το πρόβλημα, σοφέ Al Bouras;». Το πρόβλημα μικρά μου στρουμφάκια είναι ότι η αληθινή ζωή ισοπεδώνει τις απόψεις, και απαιτεί πράξεις. Με λίγα λόγια, ό,τι κι αν σκέφτεσαι, όσο ακριβή κρίση κι αν έχεις, που σε βοήθησε να διαμορφώσεις την απόλυτα ορθή άποψη, στο τέλος της μέρας ή έχεις κατέβει στο δρόμο ή δεν έχεις.

Μακριά από μένα βέβαια η δαιμονοποίηση της ποικιλίας των απόψεων! Αλλά δεν πρέπει μετά την αξία της άποψης να ανακαλύψουμε και την αξία της δράσης;

Η ένταση με την οποία εκφράζονται προσωπικές απόψεις, των οποίων η αντι-δραστικότητα αυξάνει ευθέως ανάλογα με το βάθος και τη λεπτομέρεια της ανάλυσης που περικλείουν, με εκπλήσσει τώρα που το σκέφτομαι, καθώς χάνω τις μοναδικές 5,66 ελεύθερες ώρες μου για να γράφω, αλλά πρέπει να τα γράψω τώρα, αύριο θα είναι αργά. Και σίγουρα σημαίνει κάτι.


Γιατί ο μέσος γάλλος πολίτης θα βγάλει φλας πριν στρίψει ακόμα κι αν βρίσκεται στη Σαχάρα και κατευθύνεται από το Μάλι στην Αλγερία, και θέλει να ξεδιψάσει στην πιο κοντινή όαση; Γιατί οι μοτοσυκλετιστές δεν ορμάνε μεταξύ των σειρών των αυτοκινήτων, γιατί οι γιαγιάδες το θεωρούν δεδομένο ότι θα τις αφήσουν να περάσουν με ασφάλεια τη διάβαση; Ας αφήσουμε κατά μέρος τα στερεότυπα και τους αφορισμούς (οι καλοί μου φίλοι ξέρουν πόσο θέλω να γυρίσω) κι ας επικεντρωθούμε στην ουσία: ο σεβασμός των θεσμών, των νόμων, και εν τέλει των συνανθρώπων, που στο μέσο νεοέλληνα μπορεί να φαίνεται και βαρετός, προκύπτει από την απόλυτη συναίσθηση της συμμετοχής σε μια κοινωνία ανθρώπων, κάθε κίνηση και δράση εναντίον της οποίας, σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρείται ακατανόητη. Φυσικά υπάρχουν κι εξαιρέσεις αντικοινωνικότητας και μάλιστα πιο βίαιες από ό,τι στην Ελλάδα. Το θέμα όμως είναι τι υπάρχει στο μυαλό και την ψυχή του μέσου πολίτη. Ξέρω, δεν ανακαλύπτω την Αμερική. Υπάρχει όμως μια λεπτή απόχρωση: η καθημερινή αξία αυτού του σεβασμού που προσπάθησε με ανορθόδοξο τρόπο να μου υπενθυμίσει η γιαγιά της διάβασης, και κυρίως η συνείδησή του, η συναίσθηση της σημασίας του.

Οι νεοέλληνες χάσαμε αυτό το παιχνίδι προ πολλού. Πότε ακριβώς; Το ‘90 με την ΟΝΕ; Το ‘80 με τον παπανδρεΐσμό; Στη μεταπολίτευση, στη χούντα, το ‘50 με την αστυφιλία, στον εμφύλιο, το ‘22, στην τουρκοκρατία; Δεν έχω ιδέα. Δε νομίζω να έχει κανείς καμιά αμφιβολία ότι η κοινωνική συνείδηση του νεοέλληνα είναι πιο ατροφική κι από κοκοφοίνικα της Νορμανδίας. Ή ότι στο εγώ μας βλέπουμε την πραγμάτωση του σύμπαντος κόσμου. Η συλλογικότητα και η συμμετοχή έχει καταντήσει «προνόμιο» των ακραίων ομάδων, και συχνά ως τέτοιο στηλιτεύεται!

Λοιπόν, εδώ έχω νομίζω μια ανατροπή: Με όλα αυτά δε θέλω να πω ότι μας αξίζουν αυτά που τραβάμε. Αυτό είναι λίγο εκτός θέματος. Θέλω απλώς να πω ότι η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης δε μας αφήνει να αντιδράσουμε! Γιατί η επανάσταση, με την ευρεία έννοια, είναι μια πράξη απόλυτης αυταπάρνησης προς όφελος του κοινού καλού: ποιος έλληνας σήμερα είναι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο; Έτσι, είναι λογικό να κυριαρχεί η προσωπική άποψη, ως απόλυτη έκφραση αποστασιοποίησης και σε τελική ανάλυση ατομισμού. Είναι λογικό να κυριαρχεί και ο μηδενισμός, η αντί-δραση, η δυσπιστία απέναντι σε κάθε συλλογική κίνηση. Πως θα αλλάξουν λοιπόν όλα αυτά; Δε θα γίνει ποτέ λοιπόν επανάσταση; Εδώ λοιπόν, μου φαίνεται πως ανοίγονται δυο δρόμοι.


Μπαίνω στο αυτοκίνητο, η εφημερία έχει τελειώσει, η γνώριμη αίσθηση της δικαίωσης, Linkin Park στο ραδιοCD. Μου αξίζει ένα πρωινό στο Tous les Jours Dimanche, μια βόλτα στο πάρκο ή στην παλιά πόλη με τα ασυμμέτρως παράλληλα δρομάκια. Ρεμβάζω οδηγώντας, ο ήλιος με ενοχλεί ευχάριστα στα μάτια. Ξαφνικά, από μια διασταύρωση με στοπ πετάγεται ένα παλιό Ρενώ, το οδηγεί ένας ξανθόψειρας τυπικός Βόρειος, ένας ποδηλάτης τη γλυτώνει παρά τρίχα και τρέχει να ανάψει ένα κερί στον Άγιο Φιλμπέρτο. «Ευτυχώς, σκέφτομαι. Ευτυχώς υπάρχουν και μαλάκες γάλλοι». Ευτυχώς γιατί σημαίνει ότι υπάρχει ελπίδα και για μας: δε χρειάζεται να καταλάβουμε όλοι, αρκεί μια κρίσιμη μάζα.


Προλαβαίνουμε να αρχίσουμε; Προλαβαίνουμε να μάθουμε να σεβόμαστε, να εντασσόμαστε, να αντιδράμε, να απαιτούμε συλλογικά για πρόοδο που δεν είναι ανάγκη να αφορά το άτομό μας αποκλειστικά; Ποιος ξέρει, μπορεί και να προλαβαίνουμε. Αλλά αν δε γίνει το πρώτο βήμα, ταξίδι δεν κάνουμε. Και φτάνει πια με αυτή την αίσθηση ανέφικτου της αλλαγής: όπως υπάρχουν μαλάκες γάλλοι, υπάρχουν και έλληνες που καταλαβαίνουν το αυτονόητο, που πάμε όλοι να ξεχάσουμε, ότι όλα έχουν σχέση, tout se tient, μπαίνεις σε δουλειά με μέσο, κλέβεις το μήλο της Αννούλας, γίνεσαι λέκτορας κουβαλώντας τη βαλίτσα, αντιγράφεις στο πανεπιστήμιο, βρίσκεις τα παράθυρα στους νόμους, παίρνεις φακελάκια και μίζες, στο τέλος θα γαμηθεί η καμήλα. Υπάρχουν κι αυτοί που καταλαβαίνουν, και το οφείλουν δεν ξέρω που, στην ανατροφή τους από τους γονείς τους, στην ευφυία τους, στα γονίδιά τους, σε έναν έρωτα, στην αγάπη για τους ανθρώπους γύρω τους, κάπως έγινε και το κατάλαβαν, και, putain, μπορούμε πολλοί να γίνουμε έτσι, έχουμε κι εμείς αγαπήσει, πως είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνουμε την αξία της συμμετοχής και του κοινού καλού;

Υπάρχει και ο δεύτερος δρόμος, ο ρεαλιστικός. Όπου η αλλαγή γίνεται βίαια, με μια επανάσταση όπως οι περισσότερες της Ιστορίας, όταν η κατάσταση γίνεται τόσο αφόρητη που ακόμα κι ο ατομιστής πολίτης δεν έχει πια τίποτα να χάσει και θέτει τον άδειο του εαυτό στη διάθεση οποιασδήποτε βίαιης κίνησης ανατροπής. Κάπως δυσάρεστη σα λύση. Και λίγο επικίνδυνη. Αλλά αναπόφευκτη, είπε ο Καρλ, και το έχει δείξει πάμπολλες φορές η Ιστορία. Βέβαια, η νεοελληνική κοινωνία έχει τόσο ατομισμό μέσα της, που απέχει πάρα πολύ από μια τέτοια εξέλιξη. Αλλά η Ιστορία συμβαίνει, κι όχι μόνο στα βιβλία.


Γύρισα σπίτι, άνοιξα τις κουρτίνες για να μπει ο ήλιος, με μια απότομη κίνηση, θεατρική, όπως αρμόζει στη σπανιότητα του φαινομένου. Η χοντρή μαύρη γάτα κάθεται πάντα σαν το Βούδα στην ταρατσούλα και στο απέναντι παράθυρο ένας μπαμπάς παίζει με ένα μικρό Φιλίπ ή Ζερόμ, ή με μια Ελοντί, Κορίν, Στεφανί. Σκέφτομαι λίγο μελοδραματικά, post-εφημερία effect, και ανοίγω το φάκελο με τις φωτογραφίες. Βρίσκω τον Πέτρο, τη Μυρτώ, τον Πάρη, το Βασίλη, τη Λήδα, το Γιώργο, την Κλειώ. Η γενιά των γονιών μας πίστεψε ότι το χρέος της τελείωσε με το Πολυτεχνείο. Εμείς δεν έχουμε πετύχει τίποτα. Ίσως νιώσουμε την ανάγκη να μάθουμε στα δικά μας παιδιά, που γεννιούνται σιγά σιγά, την αξία της αγάπης για τους ανθρώπους γύρω μας και για την κοινωνία που ανήκουμε. Ότι όποιος χάνει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού του για να προοδεύσουν οι διπλανοί του δεν είναι κορόϊδο, και ότι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι υπάρχουν γύρω μας, και, αν δεν τους βλέπουμε ακόμα σύντομα θα βρεθούμε. Έτσι πρέπει να τους τα πούμε, απλά και κατανοητά, χωρίς επιτηδευμένες και περίτεχνες απόψεις, να μη φοβηθούμε ότι θα μας πουν κοινότυπους. Πρέπει να καταλάβουν πόσο απίστευτα απλό και αληθινό είναι όλο αυτό. Η επίδραση των λόγων μας δε θα αργήσει: σε 15-20 χρόνια τα παιδιά μας θα είναι ante portas των πολιτικών παρατάξεων. Όπως διαπιστώνουμε με πίκρα, 15-20 χρόνια δεν είναι τίποτα,

είναι σα χθες, θυμάσαι, τότε που πίναμε ουζάκι στην Καισαριανή.

5 σχόλια:

philemon είπε...

τα εχουμε πει και ξαναπει, και ξερεις ποσο συμφωνω πως το κεντρικο ζητημα στην Ελλαδα ειναι η παντελης απουσια συλλογικοτητας και κοινωνικής ευθύνης. αλλά τα ειπες πολυ ωραία αποψε φίλε.
chapeau!

Σπίθας είπε...

Φίλε, ρομαντικός και συγκινητικός, όπως πάντα. Και μακάρι όλοι οι "αγανακτισμένοι" να σκέφτονται σαν εσένα.
Μακάρι όλοι αυτοί στο Σύνταγμα (και αλλού) να βγάζουν φλας για να στρίψουν. Μακάρι να μην κλέβουν το μήλο της Αννούλας. Μακάρι να τα λένε στα παιδιά τους "απλά και αληθινά"... Θέλω να το πιστέψω, αλήθεια... Θέλω όμως να το δω και στο δρόμο όταν οδηγώ. Θέλω να το δω και στα μάτια της Αννούλας όταν τρώει το μήλο της. Θέλω να το δω και στα μάτια των παιδιών τους στην παιδική χαρά.
Τόσες χιλιάδες άνθρωποι, putain, δεν έπρεπε να έχουν ήδη διαμορφώσει άλλο κλίμα, χρόνια τώρα; Πού κρύβονται όλον τον καιρό; Εγώ γιατί δεν τους βλέπω; Μήπως να ξαναρχίσω εφημερίες;
Προς το παρόν λοιπόν, ατομικά, διαλέγω να στρίβω πάντα με φλας. Και αν η Αννούλα κλαίει, ίσως της δώσω μισό μήλο. Και ελπίζω να μάθω το γιο μου να κάνει το ίδιο. Και ελπίζω...

ΚΤ είπε...

Φίλε έτσι είναι. Αλλά και η συλλογικότητα δεν είναι εύκολη λέξη.

ephee είπε...

Φίλε, σε διαβάζω τρίτη φορά, και το μόνο που με λυπεί, είναι πως γράφεις σπάνια πια.

Αν είναι κάτι που με κάνει αισιόδοξη, είναι αυτή η συλλογικότητα και η αυτο-οργάνωση που επικρατεί εδώ και μια βδομάδα, επισκιάζοντας το μαλακισμένο εγωκεντρικό μας dna. Σ'αυτούς που αγανακτούν δημοσίως, ανήκουν και εργάτες που δεν είδαν προκοπή υπό την αιγίδα του πουλημένου σωματείου τους. Και είναι οι ίδιοι άνθρωποι που φεύγοντας μαζεύουν και τις γόπες τους.

Θα μου πεις, όταν πάνε σπίτι τους, πάνω στο πεζοδρόμιό "τους" παρκάρουν..
Αν αγανακτείς εσύ μία, εγώ χίλιες. Αλλά κάνω υπομονή, γιατί έπρεπε να φτάσουμε εδώ. Ακόμα κι αν πάει παρακάτω, θα το δεχτώ, αρκεί να ξανανέβω για μια ανάσα κάποτε.
Ας μάθουμε να κρίνουμε τον "δικό μας άνθρωπο" ακόμα κι αν μας βόλεψε για να μπορεί να βολέψει τον εαυτό του, ας μάθουμε να του κόβουμε το χέρι όταν το απλώνει, και θα μάθουμε να κόβουμε και κλήση στον ξάδερφό μας..

philemon είπε...

Και τώρα, φίλε, 4-5 μήνες μετά, πού είναι η αγανάκτηση;