Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Η ωραία της Φλάνδρας


Βγήκα να περπατήσω στην οδό Mier. Κυριακή πρωί κατά τις 11, κόσμος άρχιζε να κυκλοφορεί παρά το κρύο και τη συννεφιά. Ο πλατύς πεζόδρομος περιβάλλεται από παλιά κτήρια που δίνουν το χαρακτήρα της πόλης, χωρίς όμως τη ψυχαναγκαστική περιποίηση των αντίστοιχων κτηρίων στη Μπρυζ που κάνουν τα πάντα για να σε πείσουν ότι ζεις σε άλλη εποχή. Αντίθετα, εδώ τα ισόγεια φιλοξενούν καταστήματα, εστιατόρια, μπαρ.

Καθώς κινούμαι, εισέρχομαι διαδοχικά στα μουσικά μικροσύμπαντα που διαμορφώνουν οι πλανόδιοι μουσικοί που στέκονται στις διασταυρώσεις με τα κάθετα δρομάκια. Πρώτα ένας βιολιστής που έχει προσαρμόσει το χωνί μιας τρομπέτας στο βιολί του με ιδιόμορφο μουσικό αποτέλεσμα. Δεν παίζει καθόλου άσχημα, στέκομαι για λίγο, όμως το ρεπερτόριό του αποκλείει την περίπτωση να είναι κάποιος διάσημος βιρτούζος μεταμφιεσμένος και να γίνω ακουσίως το αντικείμενο ενός άλλου πειράματος μιας άλλης Washington Post. Μετά ένας Bob Dylan – μαζί – με – την – ορχήστρα – του στη συσκευασία του ενός, φτιάχνει το κλίμα: Σ’ αυτή την πόλη συμβαίνουν πράγματα.

Φτάνω στο σταθμό, πραγματικό αρχιτεκτονικό κόσμημα. Στα γύρω δρομάκια τα δεκάδες εργαστήρια – κοσμηματοπωλεία, η πηγή του θρύλου αυτής της πόλης, η πηγή της ανά τους αιώνες ακτινοβολίας της. Κι όμως, τι παράξενο, ό,τι βλέπω προσφέρει και κάτι στο χαρακτήρα της πόλης, τα δρομάκια γύρω απ’το παλιό λιμάνι, ο ημιτελής, «κουτσός» καθεδρικός, η περίκλειστη πλατεία με τα κτήρια των συντεχνιών, το παράφωνο πολυόροφο κτίσμα της τράπεζας KBC που ορθώνεται σα τρύπα στο χωρόχρονο προς την καρδιά της Νέας Υόρκης του ’30.

Δεν ξέρω γιατί με συγκινούν οι πόλεις – λιμάνια της βόρειας Ευρώπης. Χαζέυω τα κανάλια και τα ποτάμια τους, σύμβολα της επαφής των ανθρώπων, πραγματικές αρτηρίες της ηπείρου. Κάποτε είχα περάσει δυο ώρες στην αίθουσα του μουσείου του λιμανιού στο Ρόττερνταμ κοιτάζοντας μια τεράστια μακέτα και ιστορικούς – γεωγραφικούς χάρτες, οδηγούς των καναλιών που συνδέουν τα λιμάνια της Βόρειας Θάλασσας τελικά με το Δούναβη, τη Μαύρη Θάλασσα, το Βόσπορο, τη Μεσόγειο. Tout se tient.


Τριγύρω περπατούν άνθρωποι που συζητάνε σε μια γλώσσα ξένη σε μένα. Φθόγγοι τοποθετημένοι ο ένας μετά τον άλλο βάσει κάποιας άγνωστης μαθηματικής ακολουθίας, ασυνάρτητη γλώσσα επινοημένη από παιδιά που παίζουν. Κι όμως βρίσκομαι μόλις μια ώρα μακριά απ’τις Βρυξέλλες, την πόλη χωρίς εκπλήξεις, την πόλη της οικείας γαλλικής γλώσσας. Και στην ίδια χώρα, το Βέλγιο. Ποιός αλήθεια εμπνεύστηκε την ύπαρξη μιας τέτοιας χώρας; Ποιός καφές χύθηκε και σε ποιό χάρτη για να ορίσει με την κηλίδα του τη συνύπαρξη ασχέτων λαών; Και ποιός είμαι εγώ για να μιλάω, ο Βαλκάνιος... Ορίστε λοιπόν το αποτέλεσμα, οι πόλεις οι δυώνυμες: Antwerpen – Anvers, όμως νομίζω ότι το πιο όμορφο όνομα είναι το τρίτο, το ελληνικό: Αμβέρσα, η ωραία της Φλάνδρας.

Στην επιστροφή φωτογραφίζω τους μοντέρνους ανεμόμυλους οδηγώντας κι ακούγοντας το σαμάνο: καμιά σημαία, καμιά πατρίδα. Προσπαθώ να φανταστώ ένα φουτουριστικό Δον Κιχώτη να τους επιτίθεται, αλλά μάταια.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Δεν είμαι ο Σέπαρντ (part I)

Ο Σέπαρντ στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του γραφείου και κοιτούσε τη βροχή που έπεφτε ράιθρου. «Κατάρα», σκέφτηκε, «αυτός ο καιρός με αρρωσταίνει. Έχω βαρεθεί, κάθε μέρα τα ίδια. Πάλι δύο ανευρύσματα χειρούργησα σήμερα, και το απόγευμα έναν όγκο του εγκεφαλικού στελέχους· για να τον αφαιρέσω χρειάστηκαν 9 ώρες. Εννιά ώρες μάχης με πραγματικό αντίπαλο τον εαυτό μου... Τα οράματα και η ανάμνησή της δε μ’ άφηναν να ησυχάσω, παντού έβλεπα το πρόσωπό της, ακόμα και στη φάτσα του αναισθησιολόγου, αλλά ευτυχώς τα κατάφερα. Ο ασθενής είναι σώος και αβλαβής και τώρα καπνίζει στο προαύλιο... Τι ξέρει κι αυτός; Αυτός έναν όγκο είχε, τον έβγαλα, ξεμπέρδεψε. Αυτός επωφελήθηκε από τη δικιά μου μεγαλοφυία. Αυτός θα φεύγει προς το ηλιοβασίλεμα πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Εγώ όμως; Εγώ; Για μένα τι μένει; Περνάω μια φάση που... που το μόνο που θέλω είναι να είναι καλά ο Σέπαρντ. Τα έχω βαρεθεί όλα, θέλω κάτι διαφορετικό, κάτι που πραγματικά θα με ταρακουνήσει...»

Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα ο ειδικευόμενος μπήκε μέσα και φώναξε «Σέπαρντ, έχω κάτι που πραγματικά θα σε ταρακουνήσει». «Έχουμε πρόβλημα;» τον ρώτησε ο άλλος. «Και μάλιστα μεγάλο», απάντησε ο ειδικευόμενος, ένας 16χρονος με εξειδίκευση στην πραγματοποίηση εξαιρετικά δύσκολων και λεπτών επεμβάσεων σε ανελκυστήρες εν μέσω διακοπών ρεύματος, πλημμύρων και επιδημιών Εμπόλα. Λένε πως κάποτε χειρουργούσε σε ένα ελικόπτερο που πετούσε πάνω από το Εμπάιερ Στέιτ αποφεύγοντας την επίθεση του Κινγκ Κονγκ.

«Ηρέμησε λίγο, σκούπισε τα αίματα από τα χέρια σου και πες μου τι έγινε», είπε ο Σέπαρντ, με το μελαγχολικό του βλέμμα πιο ντετερμινιστικά πεσιμιστικό από ποτέ.


Χιλιάδες μίλια μακριά...


Ο Πάπαρντ στεκόταν στο γραφείο και κοίταζε τον τοίχο. «Μακάρι να μπορούσα να δω τι καιρό κάνει έξω», σκέφτηκε, «αν είχε ένα παράθυρο εδώ μέσα... Γαμώτο, έχω βαρεθεί, κάθε μέρα τα ίδια. Πάλι δυο κήλες αναβλήθηκαν σήμερα, κι ένα σκουλήκι το απόγευμα επειδή ο ασθενής κάπνιζε στο προαύλιο... Το μαλάκα, τι να καταλάβει κι αυτός; Αυτός αράζει στο εξάκλινο με το συγγενολόι κι εγώ πάλι έχασα τη μίζα από τς εταιρίες... Τώρα; Πώς θα πληρώσω τη δόση της πισίνας; Βαρέθηκα. Σκέφτομαι κι εκείνη... Την προϊσταμένη του ορόφου, βλέπω παντού τη φάτσα της, δε μ’ αφήνει σε ησυχία, μου τά ‘χει κάνει τούμπανα γιατί βάζω τους ασθενείς στα φορεία. Όλοι μου τά ‘χουν κάνει τούμπανα...»

Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα ο ειδικευόμενος μπήκε και μουρμούρισε νωχελικά «Πάπαρντ, σόρρυ που στα κάνω τούμπανα, αλλά έχουμε πρόβλημα». «Τι πρόβλημα;» απάντησε ο άλλος. «Μεγάλο», είπε ο ειδικευόμενος, ένας 35άρης καραφλός με ξεκούμπωτη ρόμπα και εξειδίκευση στις φραπεδούμπες και τις βιοψίες τριχών. Λένε πως κάποτε έβγαλε ένα νύχι ολομόναχος.

«Ηρέμησε λίγο, σκούπισε τις σοκολάτες απ’ τα μούτρα σου και πες μου τι έγινε», είπε ο Πάπαρντ με το βλέμμα πιο αφόρητα βαριεστημένο από ποτέ.


Αφιερωμένο εξαιρετικά· συνεχίζεται...

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

El Dorado

Ένα πρωινό όπως τα χίλια προηγούμενα. Θα κατέβω χωρίς πολύ όρεξη, με αδιόρατο άγχος, αμφιβολία. Αν είχα πιει τουλάχιστον μια γουλιά καφέ. Θα αλλάξω, θα βάλω τα πράσινα. Θα αφήσω τα πράγματά μου στο ντουλάπι Νο 12, το κινητό στο «Théâtre», η ποδιά στην κρεμάστρα, η βέρα στον κρίκο με τα κλειδιά μου και μετά στην τσέπη. Θα χαιρετίσω, θα με αποκαλέσουν με τ’ όνομά μου, σιγά σιγά γίνομαι κάποιος. Θα πλυθώ προσεκτικά, βούρτσα, αντισηπτικό, σκούπισμα, αλκοόλ, στέγνωμα, ξανά αλκοόλ, ξανά στέγνωμα, θα μπώ στην αίθουσα.

Κοιτάζω γύρω μου. Είμαι μόνος μου. Σε πρώτο πλάνο. Σε δεύτερο πλάνο, θολοί συνεργάτες, αναισθησιολόγοι, εργαλιοδότρια, νοσηλεύτρια κίνησης, όλοι κινούνται με τους συνηθισμένους ρυθμούς τους, σα να μην είμαι εγώ.

Όλα έτοιμα, και καθώς ο αναισθησιολόγος απαντά με φυσικότητα «Ναι» όταν ρωτάω αν «μπορώ να ξεκινήσω;» αισθάνομαι σα παιδάκι που ζωγράφισε μουστάκι στο πρόσωπό του και φόρεσε το καπέλο του πατέρα του για να μοιάζει μεγάλος.

Το νυστέρι κόβει το δέρμα καθαρά, μια λεπτή κόκκινη γραμμή, μια απλή επίδρασή μου, η αρχή. Στέκομαι για μια στιγμή, μαζεύω το θάρρος που χρειάζομαι για την πρώτη κουβέντα στην εργαλιοδότρια, με φωνή σπασμένηκαι προφορά για κλάματα: «La bipolaire s’il vous plait»...

Και συνεχίζω.
Θα πάρω θάρρος, θα μπερδευτώ, θα τρομάξω, θα πιστέψω ότι έκανα μαλακία, όχι, false alarm, μα γιατί δεν έφτασα ακόμα, α, νά ‘το, θα ιδρώσω, θα κοπούν τα πόδια μου, θα μπερδέψω τα ονόματα των εργαλείων, όμως προχωράω σιγά σιγά. Κάνε ό,τι μαθαίνεις χρόνια τώρα. Τώρα.

«Μπορείτε να ειδοποιήσετε τον κ. Α., πιστεύω ότι τελείωσα». Ο κ.Α. έρχεται, ρίχνει μια αδιάφορη ματιά. Τελείωσες; Ναι. Όλα καλά; Ναι. Κλείσε και έλα για καφέ στην κουζίνα. ΟΚ.

Κλείνω.

Στέκομαι για ώρα πολύ μπροστά στο παράθυρο και παίζω αφηρημένα με τη βέρα μου. Χαζεύω το ψιλόβροχο, το σκοτάδι που πέφτει, τη χαμηλή πορεία των πανσελήνων.

«Ώστε αυτό είναι», σκέφτομαι.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Ο καλός καφές

Όπως κάθε εργαζόμενος που σέβεται τον εαυτό του στη Γαλλία, κάθε μέρα στις 12 ακριβώς τρέχουμε στην τραπεζαρία για το γεύμα. Υπάρχει μια ιεροτελεστία που περιλαμβάνει αρχικά το στήσιμο στην ουρά (συχνά για μισή ώρα!), ενώ στη συνέχεια παίρνουμε κατά σειρά: δίσκο, χαρτοπετσέτα, μαχαίρι, πηρούνι, κουταλάκι του γλυκού (προσοχή: όχι γλυκό του κουταλιού), ποτήρι (φθαρμένο από τα πολλά πλυσίματα στο πλυντήριο αλλά πάντα καθαρό), αναψυκτικό (ή αρωματισμένο νερό), γλυκό, σαλάτες, τυρί, και στο τέλος το κυρίως πιάτο (πάντα δύο ή τρεις επιλογές, απαραιτήτως μια για χορτοφάγους και τουλάχιστον ένα πιάτο με μη χοιρινό κρέας – η politically correct αντιμετώπιση της διατροφικής ιδιαιτερότητας των αράβων). Ακολουθεί το γεύμα (συνήθως κάθε κλινική συγκεντρώνεται σε καθορισμένο τραπέζι που παραδοσιακά «της ανήκει»), στο τέλος του οποίου πάντα κάποιος από τους συνδαιτημόνες προσφέρεται να φέρει καφέ για όλους.

Ο καφές είναι ένα θέμα. Ο ανυποψίαστος ταξιδιώτης – προσωρινός συνεργάτης πρέπει να γνωρίζει για να μη βρεθεί προ δυσάρεστης εκπλήξεως. Καταρχάς σημειώνεται ότι τα προσφερόμενα ροφήματα προέρχονται από ένα αυτόματο μηχάνημα που παρέχει τις εξής επιλογές:
α. Βραστό νερό
β. Ζεστό γάλα
γ. Ένα καυτό κατάμαυρο νερομπλούκι με δυσοίωνα πικρή οσμή. Ναι, αυτό ονομάζεται καφές.

Παραθέτω λοιπόν μια σειρά από οδηγίες για την αποφυγή κάθε κακοτοπιάς:

1. Ζητήστε τσάι. Θα σας φέρουν ζεστό νερό και αν είστε τυχεροί ένα φακελλάκι με το οποίο θα παρασκευάσετε κατά βούληση το ρόφημα. Εναλλακτικά, μπορείτε να πιείτε το ζεστό νερό (αφού το αφήσετε να κρυώσει). Η πιο ασφαλής επιλογή, και επιπλεόν ξεκούραστη.

2. Ζητήστε καφέ «με απίστευτα πολύ γάλα». Εξασφαλείστε ότι ο καφές δεν υπερβαίνει σε αναλογία το 1:6 επί του γάλακτος. Προσθέστε τουλάχιστον 5 κύβους ζάχαρης. Κλείστε τη μύτη σας. Δοκιμάστε με την άκρη της γλώσσας. Η επιλογή αυτή κρύβει κινδύνους, αλλά τι είναι η ζωή χωρίς λίγο ρίσκο;

3. Προσφερθείτε πρώτος απ’όλους. Κουραστικό, και γεμάτο ευθύνες. Σας δίνει όμως τη δυνατότητα να παρασκευάσετε ένα ρόφημα πειραματιζόμενοι και να αφήσετε τους άλλους να δηλητηριαστούν χωρίς τύψεις.

4. Παρασκευάστε καφέ χωρίς γάλα, αραιωμένο με ζεστό νερό, με προσθήκη ζάχαρης.
-Προσχή στην ποσότητα της ζάχαρης! Γενικά οι φυσιολογικοί άνθρωποι πεθαίνουν από κεραυνοβόλο πικριλίαση αν η ποσότητα της ζάχαρης που προστεθεί είναι μικρότερη από 50 γραμμάρια (περίπου 6 κουταλιές).
-Προσοχή στην αραίωση! Κάθε αραίωση μικρότερη από 1:10 θεωρείται επικίνδυνη και πρέπει να αποφεύγεται!
-Προσοχή στη θερμοκρασία! Το διάλυμα αυτό αποτελεί πρότυπο υψηλής θερμοχωρητικότητας και υπό Κ.Σ. παραμένει καυτό για 12-16 ώρες. Οδηγία: Περιμένετε 20 λεπτά. Κατόπιν πείτε 6 φορές το πάτερ ημών και μετά από κάθε μία φυσήξτε τον καφέ 12 φορές. Μετά τη διαδικασία μπορείτε να δοκιμάσετε με την άκρη της γλώσσας σας, αφού πρώτα την έχετε ασφαλίσει για ανήκεστο βλάβη από εγκαύματα. Πάντα να χρησιμοποιείτε πυρίμαχα γάντια! Το γυαλί είναι καλός αγωγός της θερμότητας.

Αν παρόλα αυτά θέλετε να ζήσετε στα όρια, αραιώστε σε 3 μέρη νερό και προσθέστε μόνο 2-3 κουταλιές ή κύβους ζάχαρης. Κατόπιν: Αφήστε να κρυώσει (βλ. παραπάνω), κλείστε τα μάτια, πάρτε βαθιά ανάσα, αναλογιστείτε τη ζωή σας, που είσασταν, που είσαστε, ποιο το νόημα όλων αυτών, πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός, πότε είμασταν παιδιά, που νά ‘ναι όλοι οι παλιοί σας φίλοι, ή μάλλον μη σπαταλήσετε τις τελευταίες σκέψεις σας αναλογιζόμενοι τη ζωή σας, έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα περάσει ολόκληρη μπροστά απ’ τα μάτια σας από μόνη της, σκεφτείτε μόνο τι πάτε να κάνετε, τι κρίμα τόσο νέος, και τι φρικτός θάνατος. Μετά δοκιμάστε.

5. Το ζήτημα του σκέτου καφέ
Το ζήτημα του σκέτου (χωρίς αραίωση – χωρίς γάλα – χωρίς ζάχαρη) καφέ τέθηκε για πρώτη φορά στη συνδιάσκεψη του Κιότο. Η ολομέλεια αποφάσισε ομόφωνα την κατάταξή του στα άκρως επικίνδυνα παρασκευάσματα και επέτρεψε τη χρήση του μόνο στη βιομηχανία και κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Κάποτε, εξαιτίας ενός ατυχήματος ένας άτυχος ήπιε μια γουλιά σκέτου καφέ. Τον βρήκαν με μια έκφραση απερίγραπτου τρόμου σχηματισμένη στο πρόσωπό του. Το περιστατικό πέρασε στο θρύλο και έγινε θέμα διηγήματος του Howard Philips Lovecraft. Ή θα γινόταν αν ο HPL δε μας είχε αφήσει χρόνους εδώ και εβδομήντα χρόνια.

Αυτά, και όποιος εξυπνάκιας πιστεύει ότι «για να απολαύσεις το σωστό γαλλικό καφέ πρέπει να τον πίνεις σκέτο», ας έρθει να μου το πει εδώ πάνω.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω

Το τελευταίο καλοκαίρι που θυμάμαι ότι θα μπορούσα να είμαι ξέγνοιαστος ήταν το 2002, πριν πάω στο στρατό. Τότε, όμως, στην τελευταία εφημερία μου στο Γενικό Νικαίας κόντεψα να κολλήσω ηπατίτιδα C από ένα ναυάγιο της ζωής, και πέρασα τους δύο μήνες των διακοπών μου μέσα στην αγωνία. Από τότε:

Στο στρατό με πέρασαν για κάποιον άλλο και με έστειλαν στις πιο μάχιμες μονάδες τους να κρατάω ψηλά το ηθικό των λοκατζήδων

Στα χρόνια της ειδικότητας που ακολούθησαν έλιωσα στις εφημερίες, στη λάτζα και το άγχος της (επαγγλματικής) επιβίωσης

Το τελευταίο εξάμηνο προγραμμάτισα στην εντέλεια την προσωρινή μου μετανάστευση, προσδοκώντας σε καλύτερες και πιο ουσιαστικές επαγγελματικές ημέρες, που τις έχω ανάγκη και τις περιμένω χρόνια τώρα:

Το σεπτέμβρη ήρθα στη γαλλία για 20 μέρες, γράφτηκα στον ιατρικό σύλλογο που κατά τα φαινόμενα είναι πολύ σημαντικός θεσμός εδώ πάνω, πέρασα τη στρεσσάρα της πρώτης επαφής με την Κλινική, έμεινα σε εστία 2 Χ 3, έψαξα σπίτι και δε βρήκα, γύρισα στην αθήνα, δούλεψα ένα μήνα, μου είπαν ότι η εγγραφή στον ιατρικό σύλλογο δεν μπορεί να γίνει, έτρεξα και έβγαλα τα έγγραφα που έπρεπε, τα μετέφρασα, τα έστειλα τελευταία στιγμή, με έγραψαν, παράλληλα έτρεχα για χιλιάδες διαδικαστικά, παράλληλα διάβαζα για τις εξετάσεις, παράλληλα προσπαθούσα να δω και κανέναν άνθρωπο, πρώτη νοέμβρη ξανάφυγα, τα άφησα όλα πίσω κουβαλώντας 50 κιλά μπαγκάζια σα μετανάστης του 50, και άρχισα: το πρωί δουλειά μέχρι τις 7 το απόγευμα και στα διαλείμματα διάβασμα, το βράδυ διάβασμα, ύπνος 5 ώρες, πάλι στη γνωστή εστία, το πρωί δουλειά, το σαββατοκύριακο διάβασμα 30 ώρες, τη δευτέρα ξανά από την αρχή, στρεσσάρα προσαρμογής, στρεσσάρα γλώσσας, στρεσσάρα απουσίας αγαπημένων, πρόλαβα και βρήκα και σπίτι, ξαφνικά μου λένε ότι η εγγραφή μου στον ιατρικό σύλλογο είναι άκυρη, τρέχω, τους εξηγώ, δε με ξαναενοχλούν, το δεκέμβρη γυρίζω στην αθήνα, διαβολοβδομάδα, δίνω εξετάσεις, περνάω, τρέξιμο για τα υπόλοιπα διαδικαστικά, ψώνια, γυρίζω στη γαλλία με αυτοκίνητο, μπαίνω στο σπίτι, αγοράζω έπιπλα, μετακομίζω μόνος, ξανά κουβάλημα μέσα στο κρύο (πολύ κρύο), φτάνει το σαββατοκύριακο, στήνω έπιπλα, κυριακή βράδυ λέω: τώρα μπορώ να ηρεμήσω. Τώρα θα χαλαρώσω λίγο, θα ασχοληθώ επιτέλους με αυτό που ήθελα και τόσο περίμενα. Και τη Δευτέρα μου στέλνουν ένα γράμμα που λέει συγνώμη, αλλά σας διαγράψαμε από τον ιατρικό σύλλογο για λόγους παρατυπίας της εγγραφής σας.

Την πρώτη μέρα φρίκαρα.

Τη δεύτερη μέρα φρίκαρα.

Την τρίτη μέρα έβγαλα την κιθάρα, έπαιξα ένα τρίωρο σερί, ξεμπούκωσα, ξεθύμανα, ξαλάφρωσα και είπα: δε βαριέσαι, θα κοιμηθώ όταν πεθάνω.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Είδα ένα όνειρο

Είδα ένα όνειρο.

Βρισκόμουν σε μια μικρή πόλη, κι ένα σύννεφο ανησυχίας πλανιόταν πάνω της. Άρχισα από μακριά να ακούω ήχο συγκεντρωμένου πλήθους. Κατάλαβα ότι δεν ήμουν πεζός. Οδηγούσα ένα τρίκυκλο ποδήλατο, σαν αυτά που έχω δει να χρησιμοποιούν στα υπόγεια του νοσοκομείου οι φορείς των φιαλών αίματος και των άλλων ελπιδοφόρων ή καταδικαστικών παρασκευασμάτων. Όμως μετά κατάλαβα ότι ήταν απλώς ένα ποδηλατάκι που οδηγούσε ο αδερφός μου όταν ήταν μικρός, πραγματικά, μ’ αυτό σάρωνε τα πάντα όπου περνούσε. Ένιωσα ασφάλεια, τρεις ρόδες, τρία σημεία ορίζουν ένα επίπεδο, ήμουν σταθερός, μπορούσα να προχωρήσω. Τα πετάλια δε λειτουργούσαν, όπως συνήθως συμβαίνει στα όνειρα, και κίνησα το ποδήλατο μπροστά σπρώχνντας με τα πόδια μου προς τα πίσω.

Η φασαρία μεγάλωσε. Υπήρχε και καπνός. Κατάλαβα ότι γινόταν μάχη, υπήρχαν και κουκουλοφόροι, και αστυνομία, κάτι αστυνομικοί σαν αυτούς που συλλαμβάνουν τα μικρο-κλεφτρόνια στις παλιές ελληνικές ταινίες. Κοίταξα γύρω αμέτοχος. Λίγο αγχωμένος. Λίγο, απόκρυφα, αμαρτωλά, ευχαριστημένος. Λίγο ενοχλημένος από τη φασαρία. Ξαφνικά, διέκρινα τρεις ανθρώπους που έσπαγαν τη βιτρίνα ενός καταστήματος με βιτρίνες. Πλησίασα, φαινόντουσαν ακίνδυνοι. Αμέσως αναγνώρισα τον πατέρα μου και τα δύο αδέρφια του. Ήταν τριάντα χρόνια νεότεροι, είχαν πλούσια ατίθασα μαλλιά και μακριά μουστάκια. Φορούσαν και φουλάρια στο λαιμό, όχι στο πρόσωπο. Άρχισα να φωνάζω: «Ρε πατέρα τρελάθηκες, τι κάνετε εκεί; θα σας συλλάβουν...» Με κοίταξε με το πιο καθαρό του βλέμμα και είπε «34 χρόνια περιμένω αυτή τη στιγμή, και δεν ήξερα καν ότι την περίμενα. Όσο ζεις εσύ, εγώ περιμένω. Κάνε ότ,ι νομίζεις».

Μπερδεύτηκα. Κατέβηκα από το ποδήλατο κι αμέσως μια ομάδα άρχισε να το καταστρέφει. Παντού γύρω μου τώρα υπήρχαν άνθρωποι που κρατούσαν πέτρες στα χέρια. Ένιωσα μια επιθυμία να συμμετέχω. Διαισθάνθηκα τη λύτρωση που θα ερχόταν. Έκλαιγα. Έσκυψα να μαζέψω πέτρες, όμως εκεί που βρισκόμουν υπήρχε μόνο άμμος.

Ξαφνικά, κατάλαβα, μαζί με όλον το λεβιάθαν του πλήθους, ότι στην κορυφή του λόφου αιωρούνταν κρεμασμένος ένας σημαντικός άνθρωπος. Νομίζω ότι ήταν ο Μπέντζαμιν Σακς. Ο κόσμος έχασε τον έλεγχο, η οργή ξεχείλισε. Και τότε, στράφηκαν σε μένα.

Ξύπνησα.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Περίπατος στο κέντρο

Την Παρασκευή το βράδυ πήρα το μετρό και κατέβηκα στο κέντρο για να δω ένα σπίτι. Το κέντρο μου φτιάχνει τη διάθεση, γι’ αυτό αποφάσισα να μείνω εκεί. Το σπιτάκι αποδείχτηκε συμπαθητικό και ο ιδιοκτήτης ένας εξυπηρετικός κύριος – «τι ντροπή για τη Γαλλία, τη χώρα της ισότητας, οι ξένοι να δυσκολεύονται τόσο να βρουν σπίτι, ο γαμπρός μας είναι μαύρος από την Αφρική, έχω μια εγγονή που είναι νέγρα, πως θα μπορορύσα να είμαι ξενόφοβος». Συμφώνησα και δώσαμε τα χέρια.

Το Σάββατο το πρωί πήγα να το ξαναδώ στο φως της μέρας. Δεν άλλαξα γνώμη και συνέχισα για μια σύντομη βόλτα στο κέντρο πριν γυρίσω στο διάβασμα. Άκουσα από μακριά μια φασαρία: κόρνες αυτοκινήτων και φωνές, κάπως σπάνιο φαινόμενο για τα ήθη της πόλης. Πλησιάζοντας προς την περιοχή των σταθμών, κοντά στο πάρκο, ανακάλυψα την πηγή: Ήταν μια αυτοκινητοπομπή της οποίας ηγείτο μια λιμουζίνα στολισμένη με λουλούδια και κορδέλες και φυσικά μια νύφη συνοδευόμενη από τους πανευτυχείς συγγενείς. Το πίσω αυτοκίνητο ήταν καλυμένο με μια τεράστια σημαία της Αλγερίας. Αμέσως πιο πίσω, αρκετά αυτοκίνητα με ενθουσιασμένους μαγκρεμπέν να κρέμονται απ’ τα παράθυρα, να φυσάνε τις τεράστιες καραμούζες τους και να χαιρετάνε τον κόσμο. Η πομπή διέκοψε την ομαλή κυκλοφορία περνώντας με κόκκινο. Κανείς δε διαμαρτυρήθηκε, όλοι χαιρέτησαν. Μπροστά – μπροστά στη διασταύρωση, ήταν σταματημένο ένα μικρό αυτοκίνητο με μια κοπέλα στο τιμόνι, που κόρναρε στο ρυθμό της καραμούζας, και έναν μικρό με πολύχρωμα γυαλιά μυωπίας στο πίσω κάθισμα που κοιτούσε όλο ενδιαφέρον.

Διέσχισα το δρόμο και πέρασα μέσα από μια ομάδα από καμιά πενηνταριά νεαρούς που φορούσαν κόκκινα χριστουγεννιάτικα σκουφιά και περίμεναν σε μια καντίνα για ζεστές βάφλες.

Προχώρησα προς το εμπορικό κέντρο. Στριμωγμένοι πάνω σ’ ένα πλατύ κιγλίδωμα εξαερισμού του μετρό, στην πορεία των ζεστών ρευμάτων που βγαίνουν απ΄τα έγκατα της πόλης, στη μέση της πλατείας, οι κλοσάρ φλυαρούσαν. Καθώς πλησίαζα, ένα πλάσμα σηκώθηκε από την ομάδα τους. Ένας παραπαίων τύπος, με δεκάδες σκουλαρίκια και κρίκους σε κάθε πιθανό σημείο του προσώπου του, βρώμικος και με μαλλί βαμμένο κίτρινο. Κατευθύνθηκε προς ένα νεαρό ζευγάρι μ’ ένα μωρό στο καροτσάκι. Ο άντρας κοντοστάθηκε, τον κοίταξε και τον χαιρέτησε ζεστά, καθώς κατά τα φαινόμενα γνωρίζονταν από παλιά, ενώ η κοπέλα έμεινε λίγο πίσω, χαμογελώντας. Μετά απο μια σύντομη στιχομυθία, ο κλοσάρ σήκωσε το πλαστικό κάλυμμα που προστάτευε το μωρό από το κρύο και τη βροχή και άρχισε να του κάνει χαρές.

«Αρχίζει να έχει πλάκα», σκέφτηκα, και μπήκα σε ένα μαγαζί για να αγοράσω τις προμήθειες καφέ της εβδομάδας.