Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Γενέθλια



1.
Τηλεφώνησαν όλοι, με τη σειρά. Κι ο καθένας είπε αυτά που έπρεπε να πει, τα κανονισμένα από τις δονήσεις που εξέπεμψε ο γιούνγκιος, σχεδόν κβαντικός ψυχικός μου μηχανισμός. Άλλος περπατώντας μέσα στα έλατα, στη γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά, άλλος με τις ιστορίες της καλής μας νιότης, που διαχέονται ευεργετικά στην τωρινή και μέλλουσα ζωή μας, άλλοι με το βλέμμα τους να απογειώνεται στο κατώφλι του Μεγάλου Καινούργιου, έχοντας κλείσει απαλά πίσω τους την πόρτα χωρίς κανείς να τους ακούσει. Κι άλλος καταλαβαίνοντας τα λάθη του και καταλαβαίνοντας ταυτόχρονα πως δε γινόταν να μην κάνει τα λάθη του κι έτσι, προς τι η απελπισία, είμαστε αυτό που είμαστε, κάνουμε αυτό που κάνουμε και λήξις, ο ντετερμινισμός κυβερνάει μόνο εκεί που επεμβαίνει η βούληση. Κι άλλος με το χαμόγελο σχεδόν να σχηματίζεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, γιατί δεν το λέει αλλά το ξέρει, πως ζει επιτέλους την απλή ζωή. Ένας ένας, όλοι τους.


2.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα χάζευα κάτι αμερικανιές και έτρωγα τσιπς. Τότε δέχτηκα το τελευταίο τηλεφώνημα της ημέρας: «Θέλω να σε ενημερώσω ότι η διορία που είχες για την ολοκλήρωση των σχεδίων σου που απαρτίζουν το πρότζεκτ ‘τι πρέπει να κάνω μέχρι τα τριανταπέντε μου’ λήγει τα μεσάνυχτα».

Έβγαλα τη λίστα απ’ το πορτοφόλι και μέτρησα: περίπου οι μισές προτάσεις είχαν διαγραφεί. Η φωνή άρχισε να σχολιάζει με μια σκωπτική διάθεση που δε μ’ άρεσε καθόλου: «’Να παντρευτώ’... σπουδαίο σχέδιο ρε μεγάλε, κι εδώ που τα λέμε προς τι τόσες μουτζούρες;»

«Γιατί στην αρχή το σχέδιο έλεγε ‘να μην παντρευτώ’», απάντησα κατσούφης. «Αχά. Για να δούμε παρακάτω, ‘τουλάχιστον ένα τραγούδι μου στη δισκογραφία’, άααχαχα, καλό κι αυτό, το ‘τουλάχιστον’ μ’αρέσει...». Άρχισα να ενοχλούμαι. «Σχέδια κάνω ρε φίλε, ενοχλώ κανέναν;»

«You are pathetic», απάντησε. «Να δούμε, έχεις καμιά ελπίδα τουλάχιστον να μεταφέρεις κανένα απ’ αυτά, αν και για μεταφερόμενα μεταφερομένου τα βλέπω...»

«Είσαι άδικος: ορίστε, δες και μερικά απ’ αυτά που έσβησα: ταξίδια σε τόσα μέρη...»

«Ωπ, τί είναι αυτό; ‘Να γευτώ τις χαρές του ομαδικού έρωτα’; Ο Χριστός και η Παναγία, που ζεις παιδί μου, στα Μάταλα;» Κόντευε να πνιγεί απ’ τα γέλια.

«Ένα λεπτό, δες την ημερομηνία, ήμουν είκοσι χρονών και η φράση είναι ειρωνική, για να δείξω στους εξυπνάκηδες σαν κι εσένα μια αυτοσαρκαστική διάθεση, ότι δεν το πολυπίστευα...»

«Πρέπει να το πιστέψεις», μου είπε όταν ξαναβρήκε την ανάσα του. «Θα σου δώσω μερικές οδηγίες: Πρώτα κάνεις μεταμόσχευση εγκεφάλου στη γυναίκα σου. Εύκολο, έχεις και την τεχνογνωσία. Μετά, κάνεις μεταμόσχευση εγκεφάλου στον εαυτό σου. Εύκολο, τό ‘χει κάνει κι ο Σέπαρντ (του Λόστ, όχι του Γκρέυζ)». Ήταν φανερό ότι διασκέδαζε. Συνέχισε με όλη τη σειρά των ανεκπλήρωτων σχεδίων: να μάθω ένα πνευστό, να έχω δημοσιεύσει χι άρθρα στη βιβλιογραφία, να έχω παραδώσει διατριβή («Δόκτωρ, δόκτωρ!», τσίριζε), να, να, να...

Είχα μελαγχολήσει. Ήταν απίστευτο, η διορία είχε λήξει στ’ αλήθεια. «Πάντως, αν θες τη γνώμη μου», μου είπε κάποια στιγμή στην αρχή σοβαρά, «ένα πράγμα σε σώζει: δε βλέπω πουθενά γραμμένο το σχέδιο ‘να έχω μια σταθερή δουλειά’. Κι αυτό το κατάφερες μια χαρά!», γέλασε με ένα παρανοϊκό γέλιο κι έκλεισε.


3.
Ήπια ό,τι βρήκα μπροστά μου: τα πάντα χωρίς αλκοόλ. Είχα στο ψυγείο μόνο μια μπύρα, αλλά μου φάνηκε τρομερή μιζέρια και την άφησα στην ησυχία της. Παρόλα αυτά, κοιμήθηκα μόνο δυο ώρες και το πρωί είχα απίστευτο hangover. «Η ηλικία φταίει», μου ψιθύρησε μια φωνή, την ώρα που στον καθρέφτη σιγουρευόμουν ότι είμαι πάντα ο ίδιος. Χαμογέλασα.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

Οι άνθρωποι που γνώρισα, μέρος πρώτον: Ο Φαέντιος και το καλάθι με τα φρούτα

Ο Φαέντ Ζ περπατάει στο διάδρομο και από το βάθος ακούγονται χορωδίες: «...είσαι ήρωας απ’ άλλο πλανήτη... με ειδική αποστολή κομήτη... ααα... να διώξει τ’ άδικο και το κακό από τη γη... κι έχει τη δύναμη του κόσμου μαγική... ααα...»

Για όλον τον κόσμο στο νοσοκομείο ο Φαέντ είναι ο Εφ Ζεντ. Σαν όνομα σούπερ-ήρωα που θα επέμβει πάντα την κατάλληλη στιγμή. Στα τριάντα του και λίγους μήνες πριν τελειώσει ειδικότητα αποτελεί το δεύτερο πιο δραστήριο χειρουργό στην κλινική. Μετά τον κύριο Α που τον έχει για δεξί του χέρι. Ταυτόχρονα βλέπει ασθενείς, λύνει προβλήματα σε όλα τα επίπεδα, εκπαιδεύει φοιτητές και νοσηλευτές, κάνει έρευνα, γράφει επιστημονικά άρθρα. Οι ιατρικές του γνώσεις είναι πλήρεις, για παράδειγμα ξέρει ακόμα και μαιευτική. Για χειρουργό, αυτό είναι το πιο σπάνιο χαρακτηριστικό που υπάρχει. Ζει πρακτικά μέσα στο νοσοκομείο και συνεχώς στο πρόσωπό του αντανακλά η υπέρτατη ευχαρίστηση που αντλεί από τη δουλειά του.

Φυσικά, τον λατρεύουν σχεδόν οι πάντες. Για μερικούς μάλιστα έχω την υποψία ότι κυριολεκτικά τον λατρεύουν, με αγαλματίδια, τελετές και τέτοια. Οι σενιόρ σκοτώνονται για να εφημερεύσουν μαζί του, οι νοσηλεύτριες τον παίρουν τηλέφωνο για οδηγίες ακόμα και τα σπάνια βράδια που περνάει σπίτι του, ο κύριος Α του εμπιστεύεται εν λευκώ τους ασθενείς του.

Έχει και κάποιες αντιπάθειες, κυρίως ανάμεσα στους συναδέλφους του. Λογικό, αφού όπως κάθε ιδιαίτερα ικανός άνθρωπος δυσκολεύεται να ανεχτεί την αδιαφορία και την τεμπελιά. Αν λάβουμε όμως υπόψην τη χαώδη διαφορά που τον χωρίζει από τους άλλους σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισής του από τους μεγάλους, οι τριβές του με τους συνεδέλφους του είναι οι ελάχιστες δυνατές. Κι αυτό γιατί δε «δίνει» ποτέ κανέναν, σέβεται τις απόψεις και διορθώνει τα λάθη είτε σιωπηλά είτε με τη συζήτηση.

Αν και λίγο πιο κοντός από τα αποδεκτά αντρικά πρότυπα, δεν είναι άσχημος, και με την κοινωνικότητα, το χιούμορ και την ετοιμολογία που υπαγορεύει η υψηλή του ευφυία κερδίζει τους πάντες και φυσικά τις γυναίκες. Οι γυναίκες τον θεωρούν λάφυρο και τον κυνηγάνε αλύπητα. Μερικές του κάνουν εξωφρενικές προτάσεις, κι όταν αυτός αρνείται, αυτές φρενιάζουν. Γίνονται «folles furieuses» και απειλούν να τον κατασπαράξουν όπως οι Μαινάδες τον Ορφέα.

Το θέμα με το Φαέντ είναι ότι όσο κι αν ψάξεις το «αλλά» δε βρίσκεις τίποτα. Σε ένα από τα πρώτα χειρουργεία που έκανα, έτυχε ο ασθενής να είναι έτοιμος ενώ εγώ βοηθούσα ακόμα τον κύριο Α στη διπλανή αίθουσα. Ο Εφ Ζεντ έστησε τον ασθενή, έπλυνε, έστρωσε και ενώ όλοι (αναισθησιολόγοι, εργαλειοδότες) παρακαλούσαν να χειρουργήσει αυτός για να ξεμπερδεύουν, αυτός επικαλέστηκε μια «δουλειά» στον όροφο για να με αφήσει να χειρουργήσω.

Ο Εφ Ζεντ γεννήθηκε στη Γαλλία αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Τυνησία, την πατρίδα των γονιών του. Αν κρίνω από τη μανία που δουλέυει για να καθιερωθεί στη Γαλλία, δεν πρέπει να έχει και τις καλύτερες αναμνήσεις. Δεύτερος ανάμεσα σε εννιά παιδιά, μιλάει για την οικογένειά του με τα καλύτερα λόγια. Όπως οι περισσότεροι μαγκρεμπέν, πατάει με ένα πόδι σε κάθε πατρίδα. Μια φορά όμως που ένας ασθενής άρχισε να ρωτάει όλους τους γιατρούς από που είναι η καταγωγή τους, μετά από τον Αλά που είπε «Ιορδανία», ο Φαέντ απάντησε με ψυχρό ύφος «Βιλνέβ ντ’ Ασκ», το προάστιο όπου κατοικεί, διαψεύδοντας το αραβικό χρώμα του δέρματός του.

Πριν λίγες μέρες, έγινε μια κλήρωση στην τραπεζαρία, την ώρα του μεσημεριανού, με έπαθλο ένα καλάθι με φρούτα. Όποιος μου εξηγήσει πώς έγινε κι αυτός ο αναμφισβήτητα χαρισματικός άνθρωπος κέρδισε το καλάθι ανάμεσα σε καμιά διακοσαριά γιατρούς, κερδίζει τα άπαντα του Καρλ Γιούνγκ στα γαλλικά. Εγώ πάντως, για ένα κρίσιμο δευτερόλεπτο, αισθάνθηκα ότι παίζω σε υπερπαραγωγή του Bollywood, και μάλιστα σε ρόλο κομπάρσου.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Winter revisited


Όλοι το παραδέχονται: αυτός ο χειμώνας είναι από τους πιο ήπιους που γνώρισε η πόλη. Παραμένει βέβαια ενοχλητικό το γεγονός ότι είναι ο δεύτερος μέσα στην ίδια χρονιά μετά τον κανονικό, που μας ξύλιασε τα συκώτια. Αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας: η ευχάριστη βροχούλα τσίρι τσίρι όλη μέρα κι όλη νύχτα, η δροσιά και η αύρα από τη βόρεια θάλασσα, η ομίχλη που δίνει, όπως και να το κάνεις, μια νότα μυστηρίου στην καθημερινότητα...

Οι γνωστές φάτσες κυκλοφορούν με τα κασκολάκια και τις καμπαρτίνες τους, στήνονται με τις ομπρέλες έξω από τους φούρνους για το ζεστό ψωμί και χουχουλιάζουν πάνω από τα φλυτζάνια του καφέ.

Ύστερα πέφτει η νύχτα, αλλά αργά, πολύ αργά, εκνευριστικά αργά θα έλεγα γιατί όταν φωτίζει ακόμα ο συννεφιασμένος ουρανός στις 11, ξέρεις ότι το κάνει μόνο για να σου θυμίσει ότι κάπου αλλού summer rules…

Τζάμπα χάρηκα, λοιπόν. Η άνοιξη ήταν σύντομη και τα κουνέλια εξαφανίστηκαν. Ή έπεσαν σε χειμερία νάρκη, τι να πω.

Απλώς, προβαίνω στη μοναδική πράξη αντίστασης που μπορώ να σκεφτώ: μέσα στη ντουλάπα μου στο γραφείο μας στην κλινική, κλειδωμένος, καλά κρυμμένος σε ανοξείδωτο θερμομονωτικό δοχείο, μονάκριβο τέκνο του ελληνικού πολιτισμού, ο γνήσιος, ο αληθινός, ο λυτρωτικός φραπές. Απόδειξη ότι εγώ, κουφάλες, την πατρίδα μου δεν την απαρνιέμαι ποτέ.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

Η πόλη και οι φίλοι (κατά κάποιο τρόπο: Ι)

Μετά από ακανόνιστες πορείες στους λαβυρίνθους της πόλης, η τροχιά μου συνάντησε την Ιωάννα στην κεντρική πλατεία. Είχα ξεχάσει τη σύνθλιψη των αισθήσεων από το μπαρόκ που επιτίθεται κατά κύματα από κάθε γωνία. Καθήσαμε για καφέ, μας σέρβιρε γερμανός νέος με ολίγη γνώση της ελληνικής, κατάλοιπο της εποχής που δούλεψε γκαρσόνι στον Πλατανιά, στα Χανιά, η ενσάρκωση του ευρωπαίου πολίτη. Κουβενούλα και βόλτα στις σκιές της ιστορίας, φτάσαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για το χωριό De Haan, στην ακτή. Στο δρόμο η ομίχλη θάμπωνε τα φώτα, θόλωνε τα λιβάδια και μ’ έκανε να νιώθω ανακούφιση για την παρέα. Σκοτεινά σπίτια στην άκρη του δρόμου με άγνωστους κατοίκους, αόρατους, και αραιοί οι προβολείς των αυτοκινήτων που διασχίζουν σιωπηλά την ομίχλη στον ορίζοντα. Στο γυρισμό, μουσική όπως πάντα (τι πιο ταιριαστό, ο Jack Loussier ξαναδίνει ζωή στον JSB), η ομίχλη επέστρεψε στην αγκαλιά της βόρειας θάλασσας κι εγώ στην πόλη μου, που άρχισα πια να τη νιώθω σα δεύτερο σπίτι.



Κάθησα με τους άλλους δύο της «τριάδας του Νέου Κόσμου» στο ίδιο τραπεζάκι, απέναντι από το δημαρχείο με το διάσημο καμπαναριό. Περίμενα και τον ίδιο σερβιτόρο, μικρές συνήθειες της πόλης, σημάδι ότι έχω αρχίσει να ζω κάπου εδώ, θα έλεγε ο Θάνος. Ακίνητοι, στρέφοντας μόνο τα κεφάλια αναμετριόμαστε μαζί της. Εξήντα ανθρωπο-έτη φιλίας. Και πίσω στην Αθήνα κι άλλα τόσα, κι ακόμα περισσότερα, ξεπερνούν την ηλικία ακόμα κι αυτής της πόλης, η μικρή μας ιστορία στέκεται στα ίσια απέναντι στη δική της. Στο γυρισμό, χωρίς μουσική, μόνο συζήτηση.



Κοιτάζω την Κατερίνα. Αν και με την κάμερα στο χέρι, ο στόχος να κρατήσει μια εικόνα της μεσαιωνικής πόλης γρήγορα ξεχνιέται, καθώς το βλέμμα της παγιδεύεται και παρασύρεται, στέκεται για δευτερόλεπτα έτσι αμίλητη, εκείνη κι άλλοι γύρω της συνθέτουν το μόνιμο tableau vivant των ανθρώπων που χαζεύουν τις ομορφιές της. Η εικόνα της θολώνει καθώς εστιάζω το βλέμμα μου λίγα μέτρα πιο πίσω. Εκεί όπου ο Σπύρος κυνηγάει το γιό του παίζοντας, το μοναδικό κινούμενο σύμπλεγμα στο σκηνικό εκείνων των δευτερολέπτων: κινούνται γελώντας, με βεβαιότητα ευτυχισμένοι: αυτή είναι η δύναμη, τόσο ισχυρή ώστε να τους αποκόπτει από το τοπίο και τους τοποθετεί στο δικό τους σύμπαν. Στην επιστροφή, shine on you crazy diamond, ο Waters αποδίδει τιμή στον Barrett ξορκίζοντάς τον, και μετά μου χαρίζει το στίχο που πάντα, πάντα, πάντα με κατακλύζει σ’ αυτές τις στιγμές: wish you were here.



Και για σένα, τι να πώ; Πάνε πέντε χρόνια από τότε που διέσχιζα για πρώτη φορά τα δρομάκια της Μπρυζ φωτογραφίζοντας αχόρταγα με την παροπλισμένη πια μηχανή, πασχίζοντας για εικόνες που θα παγίδευαν και την ατμόσφαιρά της. Πρέπει όμως να αποκαταστήσω μια αλήθεια: εκείνη την αξέχαστη νύχτα που κατρακύλησα σα μπάλα του μπόουλινγκ στα πλακόστρωτα, εκτελώντας βουστροφιδόν ελιγμούς και ακανόνιστες ταλαντώσεις με το Βασίλη να διασκεδάζει διακριτικά, ήμουν μεθυσμένος όχι από τη μαγική μπύρα του, αλλά από σένα, την παρουσία σου, τη ζωή που ζήσαμε, ζούμε και θα ζήσουμε, από αυτή την τεράστια δύναμη που με απέσπασε κι εμένα σχεδόν με βία και με τοποθέτησε στο σύμπαν που πάντα ήθελα να βρίσκομαι.



Κι εκεί, τελικά, εκεί...

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

Πρωθύστερο (κατά κάποιο τρόπο: ΙΙ)

Πρώτα έγραψα το κείμενο για τη Μπρυζ. Μετά, έφυγα για το ταξίδι στην Αθήνα και η επιστροφή με βρήκε όπως περίμενα, δυσπροσάρμοστο και αγχωμένο. Ξέρω καλά πια γιατί δε θα προσαρμοστώ ποτέ: παραμένω προσκολλημένος στις ωραίες αθηναϊκές μέρες, τους δικούς μου ανθρώπους κι όλα όσα με κρατάνε (οξύμωρο) ήρεμο και ζωντανό αυτή την παράξενη εποχή.
Έτσι, πριν μπω στο χειρουργείο στρατολογώ μια ανάμνηση. Βουρτσίζω τα χέρια μου και το μυαλό μου γαληνεύει από τη μονότονη κίνηση και από το ταξίδι στις ωραίες στιγμές μου.

Ένα. Ο Κωστής τυλιγμένος με μια πετσέτα, το νερό στάζει από τα μαλλιά και τα γυαλιά στο άτυχο βιβλίο που βρέθηκε μπροστά του, ο αδερφός μου παρών, οι γονείς μου ετοιμάζουν τραπέζι και όλα γενικώς, ζέστη κάτω απ’τη φραγκιάτα. Μυρίζω το ανακάτεμα των σαμπουάν και των αντηλιακών, ακούγεται ο διακεκομμένος ήχος του τζετ σκι που πηδάει στα κύματα και ο αχός του κόσμου από την παραλία: ενοχλητικός τότε, ευεργετικός τώρα καθώς η ηχητική ανάμνηση μετατρέπει την εικόνα σε βίωμα.



Δύο. Θα ήταν καλύτερα να μην ακούγεται τίποτα, μόνο το κυματάκι. Χύνομαι στην καρέκλα, τα κορίτσια έχουν καταλάβει τις αιώρες, ο Δημήτρης κοιμάται στην πολυθρόνα του. Χαζεύω τη θέα, μοιάζει βγαλμένη από φτηνό πίνακα της Μονμάρτης, φορτωμένο με όλα τα αισθητικά στερεότυπα: φεγγάρι, αντανάκλαση στα σκοτεινά νερά, μακριά τα πλοία της Μεσογείου και ο δράκος που κοιμάται με το κεφάλι ακουμπισμένο ήσυχα στο έδαφος σαν τον Άλφι. Δεν πειράζει, ας παίζει Rolling Stones ή Dire Straits, κι ας μη μιλάει κανείς, τι τις χρειάζονται οι φίλοι τις κουβέντες...



Τρία. Τους βλέπω να κοιτάζουν τη θάλασσα του Μαρμαρά. Θα χαθούμε στα στενά της Πριγκήπου μα θα ξαναβρεθούμε στη μικρή πλατεία, θα τσιμπήσουμε τουριστικό κεμπάμπ και προτηγανισμένες πατάτες αλλά δε θα μας νοιάζει. Στα μάτια τους αντανακλούν τα μυστικά σήματα που στέλνει η Μυρτώ απ’ το μέλλον τους, κι εμείς το καταλαβαίνουμε γιατί τους ξέρουμε καλά, δεκαπέντε χρόνια και...



Τέσσερα, πέντε, έξι... Ο Τζιλιμπόι αφήνει το κινητό ανοιχτό κι ακούω την πρόβα, ή μέσα στο ιατρείο του ετεθ ακούω τη Μαρία από παλαιολιθικό τραντζίστορ με παράσιτα, ή

ουπς, τέλος χρόνου, πρέπει να καρφώσω το κρανίο (όχι στην αμμουδιά του σαχτούρη,το άλλο, το αληθινό)

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Κομπλικασιόν

Κοιτάζω επίμονα το φιλμ. Το γνώριμο αίσθημα παράλογης ελπίδας ότι αυτό που βλέπω θα εξαφανιστεί ως οφθαλμαπάτη, σα δυσοίωνη όαση. Το ανώμαλο σχήμα του αντικειμένου της απελπισίας μου δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: απόστημα. Από τα βάθη του μυαλού μου ξεπετάγονται απρόσκλητα τα παιχνίδια με τον αδερφό μου, τα ατέλειωτα καλοκαίρια της Φοινικιάς πριν απο 20-25 (!) χρόνια: όπου, με φωνές Γιάννη Αγγελάκα επαναλαμβάνουμε τις φράσεις που μας φαίνονται θελκτικά απωθητικές: «Απόστημα! Έσπασε το απόστημα! Μπλιάαξ!»

Δεν το χωράει το μυαλό μου. Αντίδραση άρνησης της συμφοράς: «Δεν είναι δυνατόν. Ήταν ανάγκη; Σε μένα έπρεπε να συμβεί; Τώρα; Άντε τώρα να με ξαναεμπιστευτούν, σκατά, μέγντ».

Ο κύριος Α μας πλησιάζει αμέριμνος. Ρωτάει για τους ασθενείς, συμμετέχει για λίγο στην επίσκεψη, μετά πρέπει να φύγει, ξαφνικά σα να θυμήθηκε κάτι γυρνάει προς το μέρος μου: «Είδες το Ζερόμ Τ; Νοσηλεύεται στον 4ο. Φαίνεται πως έχει απόστημα, φέρε τις αξονικές στο γραφείο μου να το συζητήσουμε». Αυτό ήταν. Με λούζει κρύος ιδρώτας. Γαμώ το επάγγελμα που διάλεξα.

Στο γραφείο μουτρώνει λίγο όταν βλέπει την εικόνα. «Ξέρεις, δε θα κατηγορήσω ποτέ συνάδελφο για λοιμώδη επιπλοκή σε ασθενή του. Συμβαίνει σε όλους. Θέλω μόνο να σου πω ότι τον ασθενή μας με επιπλοκή τον παρακολουθούμε, τον κυνηγάμε, δε μας κυνηγάει. Να πας να τον δεις στον 4ο και, αν χρειάζεται, να τον ξαναχειρουργήσεις». Θυμήθηκα αυτομάτως κάτι παλιόφιλους στην Αθήνα. Που αποθηκεύουν στο κινητό τον ασθενή τους που δεν πήγε καλά ως «Pain in the ass».

Είδα το Ζερόμ Τ.

Την άλλη μέρα, μετά το χειρουργείο, με πλησίασε ο Μοαμέντ, με το γνωστό περιπαικτικό ύφος, απωθώντας τους πάντες στο δρόμο του, σα ρινόκερως με αραβικό μουσάκι. «Εσύ χειρούργησες το Ζερόμ Τ;», ρώτησε. Άνοιξε η γη να με καταπιεί. Προσπάθησα να ισορροπήσω ανάμεσα σε ένα cool ύφος του τύπου «εντάξει τώρα, συμβαίνουν αυτά», μια αμυντική διάθεση «εγώ, γιατί, έχεις κανένα πρόβλημα;» προσθέτοντας ταυτόχρονα ένα ελαφρώς συγκλονισμένο τόνο («δεν μπορώ να καταλάβω πως έγινε αυτό!») . Τελικά κατέληξα να πω «ναι», και ψέλισα με γαλλικά πιο άθλια από ό,τι συνήθως «μπορεί να συμβεί σε όλους, όχι;». «Όχι», απάντησε. «Συμβαίνει μόνο στους χειρουργούς».

Το βράδυ, όπως συμβαίνει σε όσους κοντοστέκονται στο κατώφλι του ύπνου, μ’ έλουσε το λυκόφως της σχιζοφρένειας. «Αυτός ο Μοαμέντ, δεν μπορώ να καταλάβω αν τον συμπαθούμε ή όχι, πότε ειρωνικός, πότε υποστηρικτικός», είπε η φωνή. «Κι ακόμα δεν έχω καταλήξει: αφρικανικός ή ασιατικός;». «Ευγένιε;», είπα και μισάνοιξα το ένα μάτι. «Ουί, ζε βουζ εκούτ;». «Άντε γαμήσου», του πέταξα, και γύρισα πλευρό.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ήρθε η άνοιξη

Πολλαπλά δελτία ακραίων καιρικών φαινομένων λόγω της συνεχόμενης λιακάδας, νυχτώνει πια στις οκτώμισι κι είναι ακόμα αρχές Απριλίου. Ευλογημένο φαινόμενο του θερμοκηπίου, φροντίζει για τους ξενιτεμένους έλληνες. Τρία κουνέλια εμφανίστηκαν ξαφνικά κι άρχισαν να κυλιούνται στο χορτάρι γύρω απ’το νοσοκομείο, οι καλιακούδες δε γλιστράνε στην παγωμένη άσφαλτο, δεν ανατριχιάζω πια με τους δρομείς του σαββατοκύριακου και με τους ποδηλάτες που πέταξαν τις αδιάβροχες κουκούλες.

Οι συνάδελφοι έπαψαν σιγά σιγά να παρακολουθούν τους ασθενείς μου περιμένοντας την επιπλοκή, οι αναισθησιολόγοι δεν τρέχουν πια πανικόβλητοι στα τηλέφωνα όταν με βλέπουν, κι ο Κριστιάν, ο τραυματιοφορέας από τη Ρεουνιόν με καλημερίζει στα ελληνικά.

Ένα πρωί ο ουρανός γέμισε αερόστατα, ένα βράδυ ο δρόμος που οδηγεί στο σταθμό γέμισε από τεράστια γυαλιστερά μαύρα αγάλματα παχουλών μωρών και μια ντισκομπάλα φώτισε την πλατεία Θεάτρου με το φως των seventies.

Κόσμος στο μπαράκι της γωνίας, καθισμένοι στα τραπεζάκια στη λιακάδα απέναντι από την παλιά πόλη που κοκκινίζει στον ήλιο, και στην άλλη γωνία ένα «κορίτσι» στρουμπουλό, με αναπόφευκτα βαθύ ντεκολτέ πειράζει τους περαστικούς στα ch’ti.

Και οι παλίρροιες έρχονται τελικά, τι κι αν καθυστερούν λίγο, το κορίτσι μου ενθουσιάζεται κι εγώ απολαμβάνω αμίλητος. Το πούντο οργώνει την Ευρώπη, προσπερνάει τους ψηλομύτες γάλλους συναδέλφους του, ασταθές και συναρπαστικό, και η μουσική ακούγεται.

Ήρθε η άνοιξη, η ζωή κυλάει, οι φίλοι μιλάνε και βουίζουν, η ζωή κυλάει, η μουσική ακούγεται, η ζωή κυλάει, έτσι κι εγώ, φεύγω μα ξανάρχομαι πίσω.