Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Περί εφημερίας και άλλων δεινών

Πώς ξεκίνησαν όλα

Η φωνή στο τηλέφωνο ακούστηκε μια φωνή αταίριαστη με την περίσταση, γυναικεία, μεσήλιξ, σε ελεύθερη απόδοση: «Μαζί εφημερεύουμε πουλάκι μου; ωραία, ωραία, θα τα πάμε μια χαρά. Υπάρχει τίποτα μέχρι στιγμής που πρέπει να μου πείς, ψυχή μου; όχι; τέλεια, αρχίζουμε καλά. Ό,τι χρειαστείς εδώ είμαι». Η Νάντια Μπ. Καταγωγή, Μαρόκο. Επάγγελμα, νευροχειρουργός. Ηλικία, 50+. Εμφάνιση τέτοια που αν σε έβαζαν να μαντέψεις, θα έβρισκες το σωστό επάγγελμα μετά από 142 προσπάθειες, αφού προηγουμένως θα είχες δοκιμάσει τα «μαγείρισσα», «υπάλληλος σε προποτζίδικο», «περιπτερού», «μοδίστρα» και ό,τι άλλο κλισέ σου καρφώθηκε όταν ήσουν παιδάκι και διάβαζες αυτά τα –ας πούμε– βιβλία επαγγελματικού προσανατολισμού με τους χαρούμενους μπαμπάδες με τα ροδαλά μάγουλα που ήταν πάντα γιατροί, δάσκαλοι και πιλότοι.


Πώς κανόνισα μια διακομιδή

-Γκιά σας, είστε ο γκιατρός εφημπερεύων της ντευροχειρουργκικής;
-Νι, ιγώ είμι.
-Νται, πρόγκειται γκια ένταντ ασθεντή ντριανταπέντε χροντών που έμπεσε αμπό μπια ντουλάμπα και...
-Συγνώμη, είπατι τη λάμπα, διν κατάλαβα...
-...ντουλάμπα γκαι έφτασε σε γκώμα...
-Διν ίφτασι ακόμα;
-Ορίσντε;
-Συνεχίστι, ακούω.
-Γκάναμπε αγκσοντιγκή γκαι έχει έντα αιμπάντωμπα
-Καταλαβίνω, στο πάτωμα, αλλά από πού ίπισι ο ασθινής;
-Μποιός;
-Ίπισι από ψηλά;
-Αμπό ντη ντουλάμπα και έχω σντείλει την αγκσοντιγκή με το τελούρζ
-Συγνώμη, πόσο χρονών είνι ο ασθινής;
-...ντριανταπέντε γκαι...
-Μπορείτι να στείλιτι την αξονική;
-Μπάμπε μπάλι, ντην έχω σντείλει...
-Να σας πώ, δι στίλνιτι κι τον ασθινή, μπας και μπορίσω να συννινοηθώ καλύτιρα μαζί του;
-Μα είνται σε γκώμα...
-Διν πειράζει, μήπως αν ήταν καλά θα συνιννοούμουν;...


Πώς κυλούσαν τα πράγματα

Δυο τραυματίες έφτασαν στην εντατική των επειγόντων. Μου ζήτησαν για τον έναν απ’ αυτούς κρεβάτι στη μονάδα, μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας, θυμήθηκα την ελληνική μέθοδο (ν’ ανεβάσουμε αυτόν για να πάρουμε εκείνον αλλά για να κλείσει η συμφωνία πακέτο θα πάρετε και τον τρίτο τον μακρύτερο που τον βαρεθήκαμε να τον λιβανίζουμε τόσους μήνες, δε με νοιάζει αν δεν τον θέλει ο διεθυντής σου, ούτε ο δικός μου τον θέλει και είναι πιο δυνατός και πιο ψηλός, τί; να ανακαλέσεις, δεν ανακαλείς; ε, δεν τον παίρνουμε κι εμείς, βρες αλλού κρεβάτι, κλπ κλπ).
Πήρα τηλέφωνο στο μοναδίστα «έχουμε ένα νεαρό από τροχαίο μπλα μπλα» όλο αγωνία, έτοιμος για σκληρή επιχειρηματολογία τύπου «αν δεν τον πάρεις θα το πώ στη Νάντια», αλλά αυτός μου λέει «οκ, στείλτον σε ένα τέταρτο», «... κι εσύ κι γρύλλος σου», του είπα, αλλά δε θα καταλάβαινε ούτε αν μετέφραζα.
Με παίρνει απ’ την κλινική η Βαλερί, η νοσηλεύτρια, ο γιόκας της τις έφαγε από κάτι καλόπαιδα, του σπάσανε τη μύτη. Μετά, ένας τύπος στον τρίτο όροφο αποφάσισε ότι θέλει να φύγει δυο μέρες μετά το χειρουργείο: Συνήθης ιατρική στερεοτυπία * στερεοτυπία ελλιπούς γλωσσομάθειας = Στεροτυπίαmax («δε θεωρώ σώφρον να εξέλθετε τη δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα...» «Βαρέθηκα εδώ μέσα, θέλω να φύγω δε με νοιάζει τι μου λέτε, είμαι καλά» «Πιστεύω βαθιά ότι δεν είστε τόσο καλά όσο νομίζετε, το βλέπετε αυτό το σωληνάκι; μ’ αυτό σας χορηγούμε μορφίνη, κι έπειτα δε θεωρώ σώφρον να εξέλθετε τη δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα...» «Δε με νοιάζει σου λέω, λες να μην ξέρω από μορφίνες; είμαι καλά, αν δε μου τα βγάλεις τα τραβάω μόνος μου» «Θέλετε να το συζητήσουμε λίγο;» «Δε χρειάζεται, θα μου τα βγάλεις ή να τα τραβήξω;» «Δεν πρέπει να το κάνετε αυτό...» «Γιατί;» «Γιατί δε θεωρώ σώφρον να εξέλθετε τη δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα...»). Μετά χτυπάει το τηλέφωνο, οι παθολόγοι, μετά ξαναχτυπάει, οι νευρολόγοι, μετά ξαναχτυπάει, ο γιος της Βαλερί έκανε ακτινογραφία στη μύτη, μετά ξαναχτυπάει, οι ενδοκρινολόγοι (τι σκατά θέλουν αυτοί;), μετά ξαναχτυπάει, ο τύπος τράβηξε τα σωληνάκια, βαθιές ανάσες, don’t panic με μεγάλα γράμματα στο εξώφυλλο, έχω όλους τους -ολόγους, έχω το σκασμένο που πήγε και πλακώθηκε με τους μαγκρεμπέν των προαστίων, έχω και το μαλάκα που το θεωρεί σώφρον να εξέλθει τη δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα...


Ιντερλούδιο: η Πρώτη Εντολή της Εφημερίας

Εφημερεύοντα ειδικευόμενε, να κατουράς όταν έχεις χρόνο κι ας μην κατουριέσαι. Αν περιμένεις τη στιγμή που θα κατουριέσαι, δε θα έχεις χρόνο να κατουρήσεις.
Σημ. Η παραπάνω εντολή μπορεί να μετασχηματιστεί χρησιμοποιώντας τις λέξεις «τρως – πεινάς», «κοιμάσαι – νυστάζεις», «πίνεις νερό – διψάς», αλλά χάνεται η θαυμάσια παρήχηση του «κατουρ-».


Νυχτερινό χειρουργείο

Φτάνω στο χειρουργείο. Η ομάδα ψιλοκουβεντιάζει και μόλις με βλέπουν μου λένε «Et voilà! Για σένα μιλούσαμε...». Και τι έλεγαν;
«Πόσο σοβαρός είσαι».
Και να λοιπόν με τρεις λέξεις ο Λυκ, η Κοραλί και η Νάντια θέτουν σε κίνηση τα γρανάζια. Πόσο σοβαρός είμαι, ό,τι κι αν κάνω, όπως κι αν μιλάω, εν τέλει ό,τι κι αν είμαι. Επιτέλους, είμαι πάντα εδώ, θυμάμαι τη σημασία του να είναι κανείς σοβαρός. Που νά ‘ναι τώρα κάτι ψυχές, κοντεύει να ξημερώσει στην Ελλάδα, σουρούπωσε για τα καλά στα παιδικά μας χρόνια τα παρατεταμένα...
Το χειρουργείο αρχίζει, η Νάντια τελείως αναπάντεχα τα παίρνει στο κρανίο, δύσκολη ώρα. «Δεν έχω φάει και τίποτα», συμπληρώνει, κάτι που ακούγεται ιδιαίτερα απειλητικό από μια γυναίκα με τη μορφή της, νιώθω λίγο σαν το Χάνσελ. Έχω και την παρόρμηση να ρωτήσω αν φταίει η πολλή δουλειά ή το ραμαζάνι, αλλά μάλλον δεν είναι κατάλληλη η στιγμή. Κλασσικά τα εργαλεία χαλάνε, αναρρωτιέμαι αν υπάρχει το ισλαμικό αντίστοιχο της χριστοπαναγίας. Αν υπάρχει, πάντως, είναι σίγουρα αυτό που ακούγεται να ψιθυρίζει μέσα από τα δόντια της τη στιγμή που κυνηγάει την αιμορραγία με τη διαθερμία, με μανία προσωπικής βεντέτας, και η σιωπή όπως λέει και το κλισέ «κόβεται με το μαχαίρι». Όταν η αιμορραγία σταματάει η Νάντια επιστρέφει (σε ελεύθερη απόδοση πάλι) «βρε πουλάκια μου συγνώμη, είστε τόσο καλά παιδιά, τι κουραστική μέρα, στην ελλάδα έτσι είναι οι εφημερίες;», με ρωτάει. «Πώς έτσι;» λέω, «Τόσο μπουρδέλο», μου απαντάει με μια ξαφνική αναλαμπή της προηγούμενης διάθεσης, σαν τα τελυταία μπουμπουνητά της καταιγίδας που απομακρύνεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία, όλα είναι bipolaire…


Πώς τελείωσαν όλα (σχεδόν)

Είναι 5 το πρωί. Σε δύο ώρες αρχίζει η πρωινή δουλειά, που λογικά θα σταματήσει κατά τις 6 το απόγευμα, οπότε θα πάω σιγά σιγά να ξεραθώ. Μέχρι τότε όμως με περιμένουν πολλά. Πρώτα απ’ όλα η Νάντια έφυγε κι εγώ πρέπει να τελειώσω το χειρουργείο... Ο Λυκ, ο εργαλειοδότης με τα εννιά δάκτυλα, συνήθως γελαστός και ευχάριστος, δε μιλιέται. Όχι μόνο ξαγρύπνησε, τα άκουσε κι από τη Νάντια. Του ζητάω την πρώτη ραφή, νούμερο 2, μου δίνει 2.0. Την κόβω, ξαναράβω απ’ την αρχή, του ζητάω 2.0, μου δίνει 2, του ζητάω 0, μου ξαναδίνει 2.0. Την τρίτη φορά που του επισημαίνω την ασυνεννοησία μου πετάει ένα «με συγχωρείς, δε μιλάω καλά γαλλικά και δεν κατάλαβα τι είπες». Τον κοιτάζω λέγοντας «ξέρω ότι δε μιλάω καλά γαλλικά»· το βλέμμα μου, επειδή προέρχεται απευθείας από τη ρίζα της ύπαρξής μου, χωρίς μεσάζοντες, τον χτυπάει κατακούτελα. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει πιο ψαρωτικό βλέμμα απ’ όταν κρύβεται το πρόσωπο και φαίνονται μόνο τα μάτια. Τύφλα νά ‘χει το Βλέμμα που ρίχνει η γυναίκα μου σε κάποιον που μόλις την αποκάλεσε «κοπελιά» στη δουλειά. Ακολουθεί ο γνωστός καταρράκτης από «mais non, alors, tu parles bien», και χωρίζουμε σα φίλοι. Ήταν ωραία, Λυκ, ήταν ωραία κι ας κράτησε λίγο.
Λίγο πριν ξημερώσει, σέρνομαι στο δωμάτιο της εφημερίας. Εκεί, στον τοίχο, μόνο μια φωτογραφία στολίζει το κουτάκι μου, το κατά τα άλλα σα κελί. Είναι μια απ’ αυτές τις ελαφρώς ρετουσαρισμένες καρτ ποστάλ της Ακρόπολης, φωτισμένης μια νύχτα, και κανείς, ούτε οι πιο παλιοί, δε ξέρει να μου πει πως βρέθηκε εκεί. Και σκέφτομαι λίγο, μόλις λίγα δευτερόλεπτα πριν με πάρει ο ύπνος για την τελευταία μία ώρα και ένα τέταρτο της εφημερίας μου:
Ειλικρινά, μπορεί κανείς να μου πει, ειλικρινά, τι σημαίνουν όλα αυτά;

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Οι άνθρωποι που γνώρισα, μέρος δεύτερον: Βενσάν και Ζερεμί, και γιατί δεν είναι όλα άσπρο – μαύρο

Όταν τον γνώρισα το πρώτο που σκέφτηκα ήταν «που πας αγόρι μου ξυπόλυτος...». Με το περήφανο όνομα Βενσάν ντι Μολινό ντ’ Αρντεμάρ, αυτός ο ευγενής νέρντ κίνησε να κάνει σταδιοδρομία στη νευροχειρουργική. Μετά, δεν ανταλλάξαμε ούτε κουβέντα για πολλούς μήνες, καθώς απέφευγα να μιλήσω σε κάποιον που, ακόμα κι αν καταλάβαινα τι έλεγε μιλώντας κατά σύστημα μέσα απ’ τα δόντια του και σε διαστημικές ταχύτητες, αμφιβάλλω αν θα συγκεντρωνόμουν στα λόγια του: με απασχολούσε σοβαρά η ερμηνεία του στίλβοντος παλαβού του βλέμματος, που δραπέτευε συχνά και με ευκολία από τα λεπτοκαμωμένα γυαλιά του. Άλλοτε έδειχνε ιδιαίτερα ευχαριστημένος, όταν άφηνε να του ξεφεύγουν ξαφνικά γελάκια. Άλλοτε σοβαρός στις παρουσιάσεις, άλλοτε προσηλωμένος στα καθήκοντα της εφημερίας, πάντα όμως με ένα ύφος ύποπτα κυνηγημένο. Με λίγα λόγια στα μάτια μου ο Βε Εμ Άς ήταν κάποιος γενικά βαρετός τύπος, που η σύναψη οποιασδήποτε κοινωνικής σχέσης πολυπλοκότερης από το salut θα κατέληγε σε μνημειώδη αποτυχία.

Ο Ζερεμί είναι ο δεύτερος νευροχειρουργός του Τόγκο. Για μένα η λέξη τόγκο ξυπνάει απλώς μια απροσδιόριστη παιδική ανάμνηση με γεύση μπανάνα – σοκολάτα. ‘Ομως το μυθιστορηματικό λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο, η ζεστή του αντιμετώπιση και η μονίμως καλή διάθεση δε μου άφησαν περιθώρια για αμφιβολίες: αναγνώρισα τον πρώτο καιρό τον άνθρωπο που ήταν ξένος και επιβίωσε, ένιωσε διαφορετικός και εντάχθηκε και ήταν από τους λίγους ικανούς να καταλάβουν τη θέση μου και να συμπαρασταθούν. Στα 5 χρόνια που ο Ζερεμί δουλεύει στη Γαλλία, επισκέφτηκε την πατρίδα του δύο φορές, και οι δύο την πρώτη χρονιά. Κι όταν τον ρώτησα πως προφέρεται το όνομά του στη μητρική του γλώσσα δε φάνηκε να θυμάται. Οι μύθοι που τον συνοδεύουν είναι εντυπωσιακοί: ανήκει σε οικογένεια μάγων, ο πατέρας του είναι υπουργός, ο ίδιος είναι πρίγκηπας, και τι δεν άκουσα. Το μόνο που παραδέχεται ο ίδιος είναι ότι όταν τελειώσει την ειδικότητα θα είναι ο δεύτερος νευροχειρουργός στην πατρίδα του, τη στιγμή που ο πρώτος είναι ένας ηλικιωμένος που βρίσκεται ακόμα στη διαδρομή από τη μαγεία στην ορθόδοξη ιατρική. Ο ίδιος όταν επικαλείται τη μαγεία των δικών του, το κάνει μόνο για να καλαμπουρίσει με τους υπόλοιπους και την ονομάζει κοροϊδευτικά μαραμπού, όπως τους θρησκευτικούς δασκάλους του ισλάμ της βορειοδυτικής αφρικής, για να τους πικάρει για τη δική τους καταγωγή.

Κάποια στιγμή ο γραφικός τυπάκος από την Ελλάδα που τριγυρνούσε στην κλινική προφέροντας όλα τα «ε» με τον ίδιο ισοπεδωμένο τρόπο άρχισε να σχηματίζει εικόνα για τους μέχρι τότε αδρά σχεδιασμένους στο μυαλό του χαρακτήρες: όσο πιο ικανός στην κατανόηση του λόγου, τόσο πιο ακριβής στην «περιγραφή» του χαρακτήρα. Το ίδιο αντιλήφθηκαν και οι υπόλοιποι, άρχισα με λίγα λόγια να γίνομαι – από κοινωνική άποψη – πιο υπαρκτός στην ομάδα.

Ο κολοφώνας αυτής της κοινωνικοποίησης υπήρξε η εκ βαθέων εξομολόγηση του Βενσάν για την αδικία που υπέστη. Ύστερα απ’ αυτό, μπόρεσα είτε με συζητήσεις είτε παρατηρώντας ο ίδιος να καταλάβω ότι ο μεγάλος αρχηγός της κλινικής γοητεύτηκε από την ιδέα της εκπαίδευσης του Ζερεμί, ενός δυνάμει «εθνικού» νευροχειρουργού, που θα καθιστούσε τον ίδιο, ως μέντορά του, ουσιαστικά δημιουργό της νευροχειρουργικής σε μια ολόκληρη χώρα. Ο Ζερεμί επελέγη λοιπόν για τη μοναδική διαθέσιμη θέση ειδικού έναντι του – συνομιλίκου του στην ειδικότητα – Βενσάν, επιλογή που έγινε σχεδόν δύο χρόνια πριν τελειώσουν την ειδικότητα. Τα παράπονα για το Ζερεμί διατυπώνοναι από όλους σχεδόν τους ειδικευόμενους: εκμεταλλεύεται αυτή την εύνοια και αδικεί τους συναδέλφους του στη μοιρασιά των χειρουργείων και των εφημεριών, δουλεύει εις βάρος τους, κι άλλα...

Τελικά, αυτή η ιστορία έμεινε στα μάτια μου ως απόδειξη ότι σ’ αυτή τη γοητευτική χώρα η ανεκτικότητα και η αποδοχή της διαφορετικότητας έχουν επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό που δεν αποτελεί πια ταμπού η θέση ενός τόσο διαφορετικού ανθρώπου σε μια ομάδα: κανείς δε σκέφτεται ότι θα κατηγορηθεί για ρατσισμό ή μισαλλοδοξία όταν κατηγορεί το Ζερεμί. Η προέλευσή του, μάλιστα, έγινε αιτία επικράτησης κι όχι αποκλεισμού.

Όσο για μένα, θυμάμαι τις πρώτες μέρες μου στην κλινική, που όλοι μου φαίνονταν ταιριαστοί με προσχηματισμένα καλουπάκια που είχα στο μυαλό μου από την προηγούμενη επαγγελματική μου ζωή. Αλίμονο, η πρόοδός μου στη γλώσσα σήμανε πρόοδο στην κατανόηση των χαρακτήρων, σκιαγράφησε σιγά σιγά τις λεπτομέρεις ανθρώπων που αρχικά μου φαίνονταν καρικατούρες, φιγούρες χωρίς γωνίες και ιδιαιτερότητες. Πιο πολύ από ποτέ βλέπω μπροστά στα μάτια μου να αποδεικνύεται ότι κανείς δε μοιάζει με κανέναν.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

Το κουτί της Πανδώρας

Δεν το άνοιξα εγώ. Απροειδοποίητα στην εφημερία,

Ήταν μέσα η δοξασμένη μούχλα των υπογείων. Το σαμπλί του μεσιέ Ζακ και ο χαρούμενος σερβιτόρος, το εκκρεμές που κινείται. Παέλια στην πατρίδα της και η γλυκιά μας συμφωνία, φύκια δίπλα στα ψαροχώρια, μυρωδιές από ροδάκινα σε μπλέντερ που μιλούν ασιατικές διαλέκτους, ομελέτες με χελιδόνια, μαρμελάδες από πιπεριές φλωρίνης και της δονούσας η πανσέληνος, το τάβλι το αλατισμένο, απερίγραπτα κι ανείπωτα θάλασσες δροσερές, κι ανεμόμυλοι στις κορυφές, καρπούζια σε γεμάτα στομάχια, μαλάκια και αρθρόποδα και χορωδίες σε ρυθμούς απαλών ιστιοφόρων ταλαντώσεων, γιόγκι με βραχυπρόθεσμα πλάνα, δροσερά σύκα τα μεσημέρια, μπύρες με λεμονάδες και κερασμένοι καφέδες, μετρημένα μαρτίνι, παράθυρα σε στενάκια, αγορές με τακτοποιημένους πάγκους για αναστατωμένες ψυχές, αλλού ο σπάνιος ήλιος μας καίει τις πλάτες, σπουργίτια σε ηλεκτρικές κιθάρες και βλάσφημοι εσταυρωμένοι, νυχτερινές βόλτες σε έρημους ασφαλτόδρομους, κληματαριές πάνω απ’ τις κουβέντες μας, τα κρυμμένα όνειρα δεν τα ντρεπόμαστε, ένα ξωτικό θά ‘κλεψε τς μαγικές μου μπότες, ένας δολοφόνος μου κλείνει το μάτι, συμπλέγματα αναγεννησιακά λουσμένα στην άμμο (είμαστε πάντα παιδιά), υπερήλικες βιολιστές που κουρδίζουν τελικά στον τόνο της μικρής μας ιστορίας, άλλος χορεύει εγώ μέσα μου δακρύζω, άλλος μ’ αγκαλιάζει, άλλος βρίσκει το πνεύμα το χαμένο (μόνο ένα χρόνο), άλλος μου ζητάει φωτιά, άλλος τραγουδάει ξανά, άλλος αγαπάει ξανά, άλλος ξεσπάει σε γέλια επιτέλους και η ανάσα του ταξιδεύει ελεύθερη προς το βορρά, άλλος πατάει το γκάζι, η γνώριμη μυρωδιά της μυθικής σαλάτας

κι ανατρίχιασε η ψυχή μου.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Γενέθλια



1.
Τηλεφώνησαν όλοι, με τη σειρά. Κι ο καθένας είπε αυτά που έπρεπε να πει, τα κανονισμένα από τις δονήσεις που εξέπεμψε ο γιούνγκιος, σχεδόν κβαντικός ψυχικός μου μηχανισμός. Άλλος περπατώντας μέσα στα έλατα, στη γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά, άλλος με τις ιστορίες της καλής μας νιότης, που διαχέονται ευεργετικά στην τωρινή και μέλλουσα ζωή μας, άλλοι με το βλέμμα τους να απογειώνεται στο κατώφλι του Μεγάλου Καινούργιου, έχοντας κλείσει απαλά πίσω τους την πόρτα χωρίς κανείς να τους ακούσει. Κι άλλος καταλαβαίνοντας τα λάθη του και καταλαβαίνοντας ταυτόχρονα πως δε γινόταν να μην κάνει τα λάθη του κι έτσι, προς τι η απελπισία, είμαστε αυτό που είμαστε, κάνουμε αυτό που κάνουμε και λήξις, ο ντετερμινισμός κυβερνάει μόνο εκεί που επεμβαίνει η βούληση. Κι άλλος με το χαμόγελο σχεδόν να σχηματίζεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, γιατί δεν το λέει αλλά το ξέρει, πως ζει επιτέλους την απλή ζωή. Ένας ένας, όλοι τους.


2.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα χάζευα κάτι αμερικανιές και έτρωγα τσιπς. Τότε δέχτηκα το τελευταίο τηλεφώνημα της ημέρας: «Θέλω να σε ενημερώσω ότι η διορία που είχες για την ολοκλήρωση των σχεδίων σου που απαρτίζουν το πρότζεκτ ‘τι πρέπει να κάνω μέχρι τα τριανταπέντε μου’ λήγει τα μεσάνυχτα».

Έβγαλα τη λίστα απ’ το πορτοφόλι και μέτρησα: περίπου οι μισές προτάσεις είχαν διαγραφεί. Η φωνή άρχισε να σχολιάζει με μια σκωπτική διάθεση που δε μ’ άρεσε καθόλου: «’Να παντρευτώ’... σπουδαίο σχέδιο ρε μεγάλε, κι εδώ που τα λέμε προς τι τόσες μουτζούρες;»

«Γιατί στην αρχή το σχέδιο έλεγε ‘να μην παντρευτώ’», απάντησα κατσούφης. «Αχά. Για να δούμε παρακάτω, ‘τουλάχιστον ένα τραγούδι μου στη δισκογραφία’, άααχαχα, καλό κι αυτό, το ‘τουλάχιστον’ μ’αρέσει...». Άρχισα να ενοχλούμαι. «Σχέδια κάνω ρε φίλε, ενοχλώ κανέναν;»

«You are pathetic», απάντησε. «Να δούμε, έχεις καμιά ελπίδα τουλάχιστον να μεταφέρεις κανένα απ’ αυτά, αν και για μεταφερόμενα μεταφερομένου τα βλέπω...»

«Είσαι άδικος: ορίστε, δες και μερικά απ’ αυτά που έσβησα: ταξίδια σε τόσα μέρη...»

«Ωπ, τί είναι αυτό; ‘Να γευτώ τις χαρές του ομαδικού έρωτα’; Ο Χριστός και η Παναγία, που ζεις παιδί μου, στα Μάταλα;» Κόντευε να πνιγεί απ’ τα γέλια.

«Ένα λεπτό, δες την ημερομηνία, ήμουν είκοσι χρονών και η φράση είναι ειρωνική, για να δείξω στους εξυπνάκηδες σαν κι εσένα μια αυτοσαρκαστική διάθεση, ότι δεν το πολυπίστευα...»

«Πρέπει να το πιστέψεις», μου είπε όταν ξαναβρήκε την ανάσα του. «Θα σου δώσω μερικές οδηγίες: Πρώτα κάνεις μεταμόσχευση εγκεφάλου στη γυναίκα σου. Εύκολο, έχεις και την τεχνογνωσία. Μετά, κάνεις μεταμόσχευση εγκεφάλου στον εαυτό σου. Εύκολο, τό ‘χει κάνει κι ο Σέπαρντ (του Λόστ, όχι του Γκρέυζ)». Ήταν φανερό ότι διασκέδαζε. Συνέχισε με όλη τη σειρά των ανεκπλήρωτων σχεδίων: να μάθω ένα πνευστό, να έχω δημοσιεύσει χι άρθρα στη βιβλιογραφία, να έχω παραδώσει διατριβή («Δόκτωρ, δόκτωρ!», τσίριζε), να, να, να...

Είχα μελαγχολήσει. Ήταν απίστευτο, η διορία είχε λήξει στ’ αλήθεια. «Πάντως, αν θες τη γνώμη μου», μου είπε κάποια στιγμή στην αρχή σοβαρά, «ένα πράγμα σε σώζει: δε βλέπω πουθενά γραμμένο το σχέδιο ‘να έχω μια σταθερή δουλειά’. Κι αυτό το κατάφερες μια χαρά!», γέλασε με ένα παρανοϊκό γέλιο κι έκλεισε.


3.
Ήπια ό,τι βρήκα μπροστά μου: τα πάντα χωρίς αλκοόλ. Είχα στο ψυγείο μόνο μια μπύρα, αλλά μου φάνηκε τρομερή μιζέρια και την άφησα στην ησυχία της. Παρόλα αυτά, κοιμήθηκα μόνο δυο ώρες και το πρωί είχα απίστευτο hangover. «Η ηλικία φταίει», μου ψιθύρησε μια φωνή, την ώρα που στον καθρέφτη σιγουρευόμουν ότι είμαι πάντα ο ίδιος. Χαμογέλασα.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

Οι άνθρωποι που γνώρισα, μέρος πρώτον: Ο Φαέντιος και το καλάθι με τα φρούτα

Ο Φαέντ Ζ περπατάει στο διάδρομο και από το βάθος ακούγονται χορωδίες: «...είσαι ήρωας απ’ άλλο πλανήτη... με ειδική αποστολή κομήτη... ααα... να διώξει τ’ άδικο και το κακό από τη γη... κι έχει τη δύναμη του κόσμου μαγική... ααα...»

Για όλον τον κόσμο στο νοσοκομείο ο Φαέντ είναι ο Εφ Ζεντ. Σαν όνομα σούπερ-ήρωα που θα επέμβει πάντα την κατάλληλη στιγμή. Στα τριάντα του και λίγους μήνες πριν τελειώσει ειδικότητα αποτελεί το δεύτερο πιο δραστήριο χειρουργό στην κλινική. Μετά τον κύριο Α που τον έχει για δεξί του χέρι. Ταυτόχρονα βλέπει ασθενείς, λύνει προβλήματα σε όλα τα επίπεδα, εκπαιδεύει φοιτητές και νοσηλευτές, κάνει έρευνα, γράφει επιστημονικά άρθρα. Οι ιατρικές του γνώσεις είναι πλήρεις, για παράδειγμα ξέρει ακόμα και μαιευτική. Για χειρουργό, αυτό είναι το πιο σπάνιο χαρακτηριστικό που υπάρχει. Ζει πρακτικά μέσα στο νοσοκομείο και συνεχώς στο πρόσωπό του αντανακλά η υπέρτατη ευχαρίστηση που αντλεί από τη δουλειά του.

Φυσικά, τον λατρεύουν σχεδόν οι πάντες. Για μερικούς μάλιστα έχω την υποψία ότι κυριολεκτικά τον λατρεύουν, με αγαλματίδια, τελετές και τέτοια. Οι σενιόρ σκοτώνονται για να εφημερεύσουν μαζί του, οι νοσηλεύτριες τον παίρουν τηλέφωνο για οδηγίες ακόμα και τα σπάνια βράδια που περνάει σπίτι του, ο κύριος Α του εμπιστεύεται εν λευκώ τους ασθενείς του.

Έχει και κάποιες αντιπάθειες, κυρίως ανάμεσα στους συναδέλφους του. Λογικό, αφού όπως κάθε ιδιαίτερα ικανός άνθρωπος δυσκολεύεται να ανεχτεί την αδιαφορία και την τεμπελιά. Αν λάβουμε όμως υπόψην τη χαώδη διαφορά που τον χωρίζει από τους άλλους σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισής του από τους μεγάλους, οι τριβές του με τους συνεδέλφους του είναι οι ελάχιστες δυνατές. Κι αυτό γιατί δε «δίνει» ποτέ κανέναν, σέβεται τις απόψεις και διορθώνει τα λάθη είτε σιωπηλά είτε με τη συζήτηση.

Αν και λίγο πιο κοντός από τα αποδεκτά αντρικά πρότυπα, δεν είναι άσχημος, και με την κοινωνικότητα, το χιούμορ και την ετοιμολογία που υπαγορεύει η υψηλή του ευφυία κερδίζει τους πάντες και φυσικά τις γυναίκες. Οι γυναίκες τον θεωρούν λάφυρο και τον κυνηγάνε αλύπητα. Μερικές του κάνουν εξωφρενικές προτάσεις, κι όταν αυτός αρνείται, αυτές φρενιάζουν. Γίνονται «folles furieuses» και απειλούν να τον κατασπαράξουν όπως οι Μαινάδες τον Ορφέα.

Το θέμα με το Φαέντ είναι ότι όσο κι αν ψάξεις το «αλλά» δε βρίσκεις τίποτα. Σε ένα από τα πρώτα χειρουργεία που έκανα, έτυχε ο ασθενής να είναι έτοιμος ενώ εγώ βοηθούσα ακόμα τον κύριο Α στη διπλανή αίθουσα. Ο Εφ Ζεντ έστησε τον ασθενή, έπλυνε, έστρωσε και ενώ όλοι (αναισθησιολόγοι, εργαλειοδότες) παρακαλούσαν να χειρουργήσει αυτός για να ξεμπερδεύουν, αυτός επικαλέστηκε μια «δουλειά» στον όροφο για να με αφήσει να χειρουργήσω.

Ο Εφ Ζεντ γεννήθηκε στη Γαλλία αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Τυνησία, την πατρίδα των γονιών του. Αν κρίνω από τη μανία που δουλέυει για να καθιερωθεί στη Γαλλία, δεν πρέπει να έχει και τις καλύτερες αναμνήσεις. Δεύτερος ανάμεσα σε εννιά παιδιά, μιλάει για την οικογένειά του με τα καλύτερα λόγια. Όπως οι περισσότεροι μαγκρεμπέν, πατάει με ένα πόδι σε κάθε πατρίδα. Μια φορά όμως που ένας ασθενής άρχισε να ρωτάει όλους τους γιατρούς από που είναι η καταγωγή τους, μετά από τον Αλά που είπε «Ιορδανία», ο Φαέντ απάντησε με ψυχρό ύφος «Βιλνέβ ντ’ Ασκ», το προάστιο όπου κατοικεί, διαψεύδοντας το αραβικό χρώμα του δέρματός του.

Πριν λίγες μέρες, έγινε μια κλήρωση στην τραπεζαρία, την ώρα του μεσημεριανού, με έπαθλο ένα καλάθι με φρούτα. Όποιος μου εξηγήσει πώς έγινε κι αυτός ο αναμφισβήτητα χαρισματικός άνθρωπος κέρδισε το καλάθι ανάμεσα σε καμιά διακοσαριά γιατρούς, κερδίζει τα άπαντα του Καρλ Γιούνγκ στα γαλλικά. Εγώ πάντως, για ένα κρίσιμο δευτερόλεπτο, αισθάνθηκα ότι παίζω σε υπερπαραγωγή του Bollywood, και μάλιστα σε ρόλο κομπάρσου.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Winter revisited


Όλοι το παραδέχονται: αυτός ο χειμώνας είναι από τους πιο ήπιους που γνώρισε η πόλη. Παραμένει βέβαια ενοχλητικό το γεγονός ότι είναι ο δεύτερος μέσα στην ίδια χρονιά μετά τον κανονικό, που μας ξύλιασε τα συκώτια. Αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας: η ευχάριστη βροχούλα τσίρι τσίρι όλη μέρα κι όλη νύχτα, η δροσιά και η αύρα από τη βόρεια θάλασσα, η ομίχλη που δίνει, όπως και να το κάνεις, μια νότα μυστηρίου στην καθημερινότητα...

Οι γνωστές φάτσες κυκλοφορούν με τα κασκολάκια και τις καμπαρτίνες τους, στήνονται με τις ομπρέλες έξω από τους φούρνους για το ζεστό ψωμί και χουχουλιάζουν πάνω από τα φλυτζάνια του καφέ.

Ύστερα πέφτει η νύχτα, αλλά αργά, πολύ αργά, εκνευριστικά αργά θα έλεγα γιατί όταν φωτίζει ακόμα ο συννεφιασμένος ουρανός στις 11, ξέρεις ότι το κάνει μόνο για να σου θυμίσει ότι κάπου αλλού summer rules…

Τζάμπα χάρηκα, λοιπόν. Η άνοιξη ήταν σύντομη και τα κουνέλια εξαφανίστηκαν. Ή έπεσαν σε χειμερία νάρκη, τι να πω.

Απλώς, προβαίνω στη μοναδική πράξη αντίστασης που μπορώ να σκεφτώ: μέσα στη ντουλάπα μου στο γραφείο μας στην κλινική, κλειδωμένος, καλά κρυμμένος σε ανοξείδωτο θερμομονωτικό δοχείο, μονάκριβο τέκνο του ελληνικού πολιτισμού, ο γνήσιος, ο αληθινός, ο λυτρωτικός φραπές. Απόδειξη ότι εγώ, κουφάλες, την πατρίδα μου δεν την απαρνιέμαι ποτέ.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

Η πόλη και οι φίλοι (κατά κάποιο τρόπο: Ι)

Μετά από ακανόνιστες πορείες στους λαβυρίνθους της πόλης, η τροχιά μου συνάντησε την Ιωάννα στην κεντρική πλατεία. Είχα ξεχάσει τη σύνθλιψη των αισθήσεων από το μπαρόκ που επιτίθεται κατά κύματα από κάθε γωνία. Καθήσαμε για καφέ, μας σέρβιρε γερμανός νέος με ολίγη γνώση της ελληνικής, κατάλοιπο της εποχής που δούλεψε γκαρσόνι στον Πλατανιά, στα Χανιά, η ενσάρκωση του ευρωπαίου πολίτη. Κουβενούλα και βόλτα στις σκιές της ιστορίας, φτάσαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για το χωριό De Haan, στην ακτή. Στο δρόμο η ομίχλη θάμπωνε τα φώτα, θόλωνε τα λιβάδια και μ’ έκανε να νιώθω ανακούφιση για την παρέα. Σκοτεινά σπίτια στην άκρη του δρόμου με άγνωστους κατοίκους, αόρατους, και αραιοί οι προβολείς των αυτοκινήτων που διασχίζουν σιωπηλά την ομίχλη στον ορίζοντα. Στο γυρισμό, μουσική όπως πάντα (τι πιο ταιριαστό, ο Jack Loussier ξαναδίνει ζωή στον JSB), η ομίχλη επέστρεψε στην αγκαλιά της βόρειας θάλασσας κι εγώ στην πόλη μου, που άρχισα πια να τη νιώθω σα δεύτερο σπίτι.



Κάθησα με τους άλλους δύο της «τριάδας του Νέου Κόσμου» στο ίδιο τραπεζάκι, απέναντι από το δημαρχείο με το διάσημο καμπαναριό. Περίμενα και τον ίδιο σερβιτόρο, μικρές συνήθειες της πόλης, σημάδι ότι έχω αρχίσει να ζω κάπου εδώ, θα έλεγε ο Θάνος. Ακίνητοι, στρέφοντας μόνο τα κεφάλια αναμετριόμαστε μαζί της. Εξήντα ανθρωπο-έτη φιλίας. Και πίσω στην Αθήνα κι άλλα τόσα, κι ακόμα περισσότερα, ξεπερνούν την ηλικία ακόμα κι αυτής της πόλης, η μικρή μας ιστορία στέκεται στα ίσια απέναντι στη δική της. Στο γυρισμό, χωρίς μουσική, μόνο συζήτηση.



Κοιτάζω την Κατερίνα. Αν και με την κάμερα στο χέρι, ο στόχος να κρατήσει μια εικόνα της μεσαιωνικής πόλης γρήγορα ξεχνιέται, καθώς το βλέμμα της παγιδεύεται και παρασύρεται, στέκεται για δευτερόλεπτα έτσι αμίλητη, εκείνη κι άλλοι γύρω της συνθέτουν το μόνιμο tableau vivant των ανθρώπων που χαζεύουν τις ομορφιές της. Η εικόνα της θολώνει καθώς εστιάζω το βλέμμα μου λίγα μέτρα πιο πίσω. Εκεί όπου ο Σπύρος κυνηγάει το γιό του παίζοντας, το μοναδικό κινούμενο σύμπλεγμα στο σκηνικό εκείνων των δευτερολέπτων: κινούνται γελώντας, με βεβαιότητα ευτυχισμένοι: αυτή είναι η δύναμη, τόσο ισχυρή ώστε να τους αποκόπτει από το τοπίο και τους τοποθετεί στο δικό τους σύμπαν. Στην επιστροφή, shine on you crazy diamond, ο Waters αποδίδει τιμή στον Barrett ξορκίζοντάς τον, και μετά μου χαρίζει το στίχο που πάντα, πάντα, πάντα με κατακλύζει σ’ αυτές τις στιγμές: wish you were here.



Και για σένα, τι να πώ; Πάνε πέντε χρόνια από τότε που διέσχιζα για πρώτη φορά τα δρομάκια της Μπρυζ φωτογραφίζοντας αχόρταγα με την παροπλισμένη πια μηχανή, πασχίζοντας για εικόνες που θα παγίδευαν και την ατμόσφαιρά της. Πρέπει όμως να αποκαταστήσω μια αλήθεια: εκείνη την αξέχαστη νύχτα που κατρακύλησα σα μπάλα του μπόουλινγκ στα πλακόστρωτα, εκτελώντας βουστροφιδόν ελιγμούς και ακανόνιστες ταλαντώσεις με το Βασίλη να διασκεδάζει διακριτικά, ήμουν μεθυσμένος όχι από τη μαγική μπύρα του, αλλά από σένα, την παρουσία σου, τη ζωή που ζήσαμε, ζούμε και θα ζήσουμε, από αυτή την τεράστια δύναμη που με απέσπασε κι εμένα σχεδόν με βία και με τοποθέτησε στο σύμπαν που πάντα ήθελα να βρίσκομαι.



Κι εκεί, τελικά, εκεί...