Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω

Το τελευταίο καλοκαίρι που θυμάμαι ότι θα μπορούσα να είμαι ξέγνοιαστος ήταν το 2002, πριν πάω στο στρατό. Τότε, όμως, στην τελευταία εφημερία μου στο Γενικό Νικαίας κόντεψα να κολλήσω ηπατίτιδα C από ένα ναυάγιο της ζωής, και πέρασα τους δύο μήνες των διακοπών μου μέσα στην αγωνία. Από τότε:

Στο στρατό με πέρασαν για κάποιον άλλο και με έστειλαν στις πιο μάχιμες μονάδες τους να κρατάω ψηλά το ηθικό των λοκατζήδων

Στα χρόνια της ειδικότητας που ακολούθησαν έλιωσα στις εφημερίες, στη λάτζα και το άγχος της (επαγγλματικής) επιβίωσης

Το τελευταίο εξάμηνο προγραμμάτισα στην εντέλεια την προσωρινή μου μετανάστευση, προσδοκώντας σε καλύτερες και πιο ουσιαστικές επαγγελματικές ημέρες, που τις έχω ανάγκη και τις περιμένω χρόνια τώρα:

Το σεπτέμβρη ήρθα στη γαλλία για 20 μέρες, γράφτηκα στον ιατρικό σύλλογο που κατά τα φαινόμενα είναι πολύ σημαντικός θεσμός εδώ πάνω, πέρασα τη στρεσσάρα της πρώτης επαφής με την Κλινική, έμεινα σε εστία 2 Χ 3, έψαξα σπίτι και δε βρήκα, γύρισα στην αθήνα, δούλεψα ένα μήνα, μου είπαν ότι η εγγραφή στον ιατρικό σύλλογο δεν μπορεί να γίνει, έτρεξα και έβγαλα τα έγγραφα που έπρεπε, τα μετέφρασα, τα έστειλα τελευταία στιγμή, με έγραψαν, παράλληλα έτρεχα για χιλιάδες διαδικαστικά, παράλληλα διάβαζα για τις εξετάσεις, παράλληλα προσπαθούσα να δω και κανέναν άνθρωπο, πρώτη νοέμβρη ξανάφυγα, τα άφησα όλα πίσω κουβαλώντας 50 κιλά μπαγκάζια σα μετανάστης του 50, και άρχισα: το πρωί δουλειά μέχρι τις 7 το απόγευμα και στα διαλείμματα διάβασμα, το βράδυ διάβασμα, ύπνος 5 ώρες, πάλι στη γνωστή εστία, το πρωί δουλειά, το σαββατοκύριακο διάβασμα 30 ώρες, τη δευτέρα ξανά από την αρχή, στρεσσάρα προσαρμογής, στρεσσάρα γλώσσας, στρεσσάρα απουσίας αγαπημένων, πρόλαβα και βρήκα και σπίτι, ξαφνικά μου λένε ότι η εγγραφή μου στον ιατρικό σύλλογο είναι άκυρη, τρέχω, τους εξηγώ, δε με ξαναενοχλούν, το δεκέμβρη γυρίζω στην αθήνα, διαβολοβδομάδα, δίνω εξετάσεις, περνάω, τρέξιμο για τα υπόλοιπα διαδικαστικά, ψώνια, γυρίζω στη γαλλία με αυτοκίνητο, μπαίνω στο σπίτι, αγοράζω έπιπλα, μετακομίζω μόνος, ξανά κουβάλημα μέσα στο κρύο (πολύ κρύο), φτάνει το σαββατοκύριακο, στήνω έπιπλα, κυριακή βράδυ λέω: τώρα μπορώ να ηρεμήσω. Τώρα θα χαλαρώσω λίγο, θα ασχοληθώ επιτέλους με αυτό που ήθελα και τόσο περίμενα. Και τη Δευτέρα μου στέλνουν ένα γράμμα που λέει συγνώμη, αλλά σας διαγράψαμε από τον ιατρικό σύλλογο για λόγους παρατυπίας της εγγραφής σας.

Την πρώτη μέρα φρίκαρα.

Τη δεύτερη μέρα φρίκαρα.

Την τρίτη μέρα έβγαλα την κιθάρα, έπαιξα ένα τρίωρο σερί, ξεμπούκωσα, ξεθύμανα, ξαλάφρωσα και είπα: δε βαριέσαι, θα κοιμηθώ όταν πεθάνω.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Είδα ένα όνειρο

Είδα ένα όνειρο.

Βρισκόμουν σε μια μικρή πόλη, κι ένα σύννεφο ανησυχίας πλανιόταν πάνω της. Άρχισα από μακριά να ακούω ήχο συγκεντρωμένου πλήθους. Κατάλαβα ότι δεν ήμουν πεζός. Οδηγούσα ένα τρίκυκλο ποδήλατο, σαν αυτά που έχω δει να χρησιμοποιούν στα υπόγεια του νοσοκομείου οι φορείς των φιαλών αίματος και των άλλων ελπιδοφόρων ή καταδικαστικών παρασκευασμάτων. Όμως μετά κατάλαβα ότι ήταν απλώς ένα ποδηλατάκι που οδηγούσε ο αδερφός μου όταν ήταν μικρός, πραγματικά, μ’ αυτό σάρωνε τα πάντα όπου περνούσε. Ένιωσα ασφάλεια, τρεις ρόδες, τρία σημεία ορίζουν ένα επίπεδο, ήμουν σταθερός, μπορούσα να προχωρήσω. Τα πετάλια δε λειτουργούσαν, όπως συνήθως συμβαίνει στα όνειρα, και κίνησα το ποδήλατο μπροστά σπρώχνντας με τα πόδια μου προς τα πίσω.

Η φασαρία μεγάλωσε. Υπήρχε και καπνός. Κατάλαβα ότι γινόταν μάχη, υπήρχαν και κουκουλοφόροι, και αστυνομία, κάτι αστυνομικοί σαν αυτούς που συλλαμβάνουν τα μικρο-κλεφτρόνια στις παλιές ελληνικές ταινίες. Κοίταξα γύρω αμέτοχος. Λίγο αγχωμένος. Λίγο, απόκρυφα, αμαρτωλά, ευχαριστημένος. Λίγο ενοχλημένος από τη φασαρία. Ξαφνικά, διέκρινα τρεις ανθρώπους που έσπαγαν τη βιτρίνα ενός καταστήματος με βιτρίνες. Πλησίασα, φαινόντουσαν ακίνδυνοι. Αμέσως αναγνώρισα τον πατέρα μου και τα δύο αδέρφια του. Ήταν τριάντα χρόνια νεότεροι, είχαν πλούσια ατίθασα μαλλιά και μακριά μουστάκια. Φορούσαν και φουλάρια στο λαιμό, όχι στο πρόσωπο. Άρχισα να φωνάζω: «Ρε πατέρα τρελάθηκες, τι κάνετε εκεί; θα σας συλλάβουν...» Με κοίταξε με το πιο καθαρό του βλέμμα και είπε «34 χρόνια περιμένω αυτή τη στιγμή, και δεν ήξερα καν ότι την περίμενα. Όσο ζεις εσύ, εγώ περιμένω. Κάνε ότ,ι νομίζεις».

Μπερδεύτηκα. Κατέβηκα από το ποδήλατο κι αμέσως μια ομάδα άρχισε να το καταστρέφει. Παντού γύρω μου τώρα υπήρχαν άνθρωποι που κρατούσαν πέτρες στα χέρια. Ένιωσα μια επιθυμία να συμμετέχω. Διαισθάνθηκα τη λύτρωση που θα ερχόταν. Έκλαιγα. Έσκυψα να μαζέψω πέτρες, όμως εκεί που βρισκόμουν υπήρχε μόνο άμμος.

Ξαφνικά, κατάλαβα, μαζί με όλον το λεβιάθαν του πλήθους, ότι στην κορυφή του λόφου αιωρούνταν κρεμασμένος ένας σημαντικός άνθρωπος. Νομίζω ότι ήταν ο Μπέντζαμιν Σακς. Ο κόσμος έχασε τον έλεγχο, η οργή ξεχείλισε. Και τότε, στράφηκαν σε μένα.

Ξύπνησα.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008

Περίπατος στο κέντρο

Την Παρασκευή το βράδυ πήρα το μετρό και κατέβηκα στο κέντρο για να δω ένα σπίτι. Το κέντρο μου φτιάχνει τη διάθεση, γι’ αυτό αποφάσισα να μείνω εκεί. Το σπιτάκι αποδείχτηκε συμπαθητικό και ο ιδιοκτήτης ένας εξυπηρετικός κύριος – «τι ντροπή για τη Γαλλία, τη χώρα της ισότητας, οι ξένοι να δυσκολεύονται τόσο να βρουν σπίτι, ο γαμπρός μας είναι μαύρος από την Αφρική, έχω μια εγγονή που είναι νέγρα, πως θα μπορορύσα να είμαι ξενόφοβος». Συμφώνησα και δώσαμε τα χέρια.

Το Σάββατο το πρωί πήγα να το ξαναδώ στο φως της μέρας. Δεν άλλαξα γνώμη και συνέχισα για μια σύντομη βόλτα στο κέντρο πριν γυρίσω στο διάβασμα. Άκουσα από μακριά μια φασαρία: κόρνες αυτοκινήτων και φωνές, κάπως σπάνιο φαινόμενο για τα ήθη της πόλης. Πλησιάζοντας προς την περιοχή των σταθμών, κοντά στο πάρκο, ανακάλυψα την πηγή: Ήταν μια αυτοκινητοπομπή της οποίας ηγείτο μια λιμουζίνα στολισμένη με λουλούδια και κορδέλες και φυσικά μια νύφη συνοδευόμενη από τους πανευτυχείς συγγενείς. Το πίσω αυτοκίνητο ήταν καλυμένο με μια τεράστια σημαία της Αλγερίας. Αμέσως πιο πίσω, αρκετά αυτοκίνητα με ενθουσιασμένους μαγκρεμπέν να κρέμονται απ’ τα παράθυρα, να φυσάνε τις τεράστιες καραμούζες τους και να χαιρετάνε τον κόσμο. Η πομπή διέκοψε την ομαλή κυκλοφορία περνώντας με κόκκινο. Κανείς δε διαμαρτυρήθηκε, όλοι χαιρέτησαν. Μπροστά – μπροστά στη διασταύρωση, ήταν σταματημένο ένα μικρό αυτοκίνητο με μια κοπέλα στο τιμόνι, που κόρναρε στο ρυθμό της καραμούζας, και έναν μικρό με πολύχρωμα γυαλιά μυωπίας στο πίσω κάθισμα που κοιτούσε όλο ενδιαφέρον.

Διέσχισα το δρόμο και πέρασα μέσα από μια ομάδα από καμιά πενηνταριά νεαρούς που φορούσαν κόκκινα χριστουγεννιάτικα σκουφιά και περίμεναν σε μια καντίνα για ζεστές βάφλες.

Προχώρησα προς το εμπορικό κέντρο. Στριμωγμένοι πάνω σ’ ένα πλατύ κιγλίδωμα εξαερισμού του μετρό, στην πορεία των ζεστών ρευμάτων που βγαίνουν απ΄τα έγκατα της πόλης, στη μέση της πλατείας, οι κλοσάρ φλυαρούσαν. Καθώς πλησίαζα, ένα πλάσμα σηκώθηκε από την ομάδα τους. Ένας παραπαίων τύπος, με δεκάδες σκουλαρίκια και κρίκους σε κάθε πιθανό σημείο του προσώπου του, βρώμικος και με μαλλί βαμμένο κίτρινο. Κατευθύνθηκε προς ένα νεαρό ζευγάρι μ’ ένα μωρό στο καροτσάκι. Ο άντρας κοντοστάθηκε, τον κοίταξε και τον χαιρέτησε ζεστά, καθώς κατά τα φαινόμενα γνωρίζονταν από παλιά, ενώ η κοπέλα έμεινε λίγο πίσω, χαμογελώντας. Μετά απο μια σύντομη στιχομυθία, ο κλοσάρ σήκωσε το πλαστικό κάλυμμα που προστάτευε το μωρό από το κρύο και τη βροχή και άρχισε να του κάνει χαρές.

«Αρχίζει να έχει πλάκα», σκέφτηκα, και μπήκα σε ένα μαγαζί για να αγοράσω τις προμήθειες καφέ της εβδομάδας.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Η σχετικότητα της συχνότητας



Μια από τις πρώτες ερωτήσεις που έκανα σχετικά με το μέρος που μένω ήταν αν χιονίζει συχνά. Η απάντηση ήταν στερεότυπη: « Μπα, σπάνια».
Μετά, άρχισαν τα πρώτα κρύα, και, κάπως διστακτικά, για να μη γίνομαι και φορτικός, ξαναρώτησα: «Ρε παίδες, σαν πολύ κρύο δεν κάνει; Μήπως το πάει για χιόνι;»
«Δε νομίζω», μου απάντησε ένας μικρός ειδικευόμενος. «Μπορεί, βέβαια, αλλά γενικώς χιονίζει σπάνια. Πολύ πιο συχνά βρέχει». Απέφυγα τα σχόλια για το προφανές της διαπίστωσης και συνέχισα το βίο μου αμέριμνος.
Το πρωί της Κυριακής χιόνισε.

Παρένθεση: Πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, ένας φίλος φίλου, καλή του ώρα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει ποιά κάρτα ήχου να διαλέξω για τον υπολογιστή μου.
«Πόση latency μπορείς να ανεχτείς;», ρώτησε.
«Τι σημαίνει latency;», απάντησε ο αδαής.
«Καλά, άστο αυτό. Πόσα bit θέλεις να υποστηρίζει;»
«Δεν καταλαβαίνω, τι σημαίνει bit;»
«Μμμάλιστα. Να στο θέσω αλλιώς. Οι εφαρμογές σου χρειάζονται μεγάλη RAM;»
«Κοίτα, δε θέλω να σε αναστατώσω, αλλά τι σημαίνει RAM;»
Με κοίταξε για λίγο ανέκφραστος, σκέφτηκε ότι ίσως αυτή η συζήτηση έπρεπε να γίνει μπροστά σε κάποιον υπολογιστή, κάποια άλλη στιγμή, μετά ρώτησε «Να σου πώ, την κάρτα τη θέλεις άμεσα; θέλω να πώ, βιάζεσαι;» και αμέριμνος ήπιε μια γουλιά από το γάλα του.
«Τι σημαίνει βιάζομαι;» τον κατακεραύνωσα, και λούστηκα με τα γαλακτοσταγονίδια.
Κλείνει η παρένθεση.

Σαν τον ταλαίπωρο του ανεκδότου, που καταφεύγει στην αστυνομία με τρία μαχαίρια στην πλάτη, πήγα σήμερα στη δουλειά και, τυλιγμένος με σκουφιά, κασκόλ και γάντια, ρώτησα: «Συγνώμη που σας ενοχλώ για τρίτη φορά, αλλά ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΠΑΝΙΑ;»
«...γιατί στην Αθήνα, όταν λέμε ότι χιονίζει σπάνια, εννοούμε μια φορά στα πέντε χρόνια!»
Με βομβάρδισαν εν χορώ με ένα καταιγισμό από «Eh! Alors!», «Mais, non!», «Pense pas!» και «Qu’ est – ce que tu dis!», και μου εξήγησαν ότι «σπάνια» σημαίνει 5-6 φορές το χρόνο.
Πράγματι, σπάνια. Σημαντικά λιγότερο από ότι στο Ελσίνκι.

Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα: συνεχώς ξεχνάνε ότι μιλάνε σε Έλληνα.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Το σκοτεινό κίνητρο

Ξέρω ότι όταν τελειώσουν όλα αυτά, συχνά θα με ρωτούν αν αισθάνομαι ότι η επιλογή μου ήταν σωστή. Με δεδομένο ότι παρέκκλινα ελαφρώς των αναμενομένων, διαλέγοντας τη Γαλλία για να συνεχίσω την επαγγελματική μου ζωή, αντί της πολυφορεμένης στον κλάδο μου Αγγλίας.

Αναρρωτιέμαι τι πρέπει να απαντάω. Προφανώς, αν όλα πάνε καλά η επιλογή θα αποδειχτεί σωστή. Αν τα προβλήματα με τη γλώσσα και το «σφιχτό» σύστημα φανούν αξεπέραστα, θα έχω επιλέξει λάθος.

Νιώθω όμως ότι για να δικαιωθεί η επιλογή μου ούτε αρκούν, ούτε χρειάζονται όλες αυτές οι συνθήκες. Γιατί τα κριτήρια με τα οποία επέλεξα δεν ήταν ορθολογικά. Ούτε έψαξα ιδιαίτερα να βρώ το καταλληλότερο μέρος και μετά να στοχεύσω να βρεθώ εκεί, ούτε μελέτησα το σύστημα.

Είχα όμως μια γαμημένη διαίσθηση. Επιπλέον ήθελα να βάλω μια προσωπική πινελιά στην επαγγελματική μου πορεία που μέχρι τώρα ακολούθησε γενικώς την πεπατημένη. Ήθελα κάτι διαφορετικό, πιο ευρωπαϊκό, ούτε καν μπορώ να διευκρινήσω τι ακριβώς ήθελα.

Έτσι, η επιλογή μπορεί να θεωρηθεί εκ τω προτέρων αποτυχημένη (αφού τελικά βρέθηκα συγκυριακά εδώ, εγώ το μόνο που είπα ήταν «Θέλω Γαλλία», κι ακόμα κι αν πετύχω, η τύχη θα με έχει βοηθήσει). Ή εκ των προτέρων επιτυχημένη, αφού είμαι εδώ που θέλησα και ζω αυτό που θέλησα να ζήσω, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Βέβαια, το αναγνωρίζω αυτό το κίνητρο, το σκοτεινό μου κίνητρο, που το ψάχνω μια ζωή.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Που είναι οι μύγες;

Παρατήρησα ότι δεν υπάρχουν μύγες. Ούτε κουνούπια. Έτσι, μπορείς να αφήνεις το παράθυρο ανοικτό για ώρα χωρίς να εισβάλλουν ανεπιθύμητα πετούμενα. Αναρρωτιέμαι αν οι ντόπιοι παρατηρούν την απουσία τους. Ακόμα και στις πλατείες που στις γιορτές στοιβάζουν τα όστρακα έξω από τα εστιατόρια, οι μύγες λάμπουν δια της απουσίας τους.

Πριν δύο μήνες, που ήμουν πάλι εδώ, είχα δει ένα κουνούπι. Καθόταν ήσυχο ήσυχο σε μια βιτρίνα. Το παρατήρησα για ένα δίλεπτο και το άφησα να ζήσει, από μια αίσθηση ιπποτισμού και υπόγειας σύνδεσης, μάλλον λόγω της καταγωγής μου. Επανέφερε γνωστές αναμνήσεις.

Φαντάζομαι τα έντομα μαζεμένα όλα μαζί σε μυστικό σημείο να συνομωτούν ενάντια στους ανθρώπους. Ελπίζω την ώρα της κρίσης το εν λόγω κουνούπι να δείξει ανάλογο συναισθηματισμό αν με συναντήσει.

Τι αμερικανιά.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

Ντούζ ντ’Νοβάμπρ

Ι.

Η 10η μέρα στα ξένα ήταν η πιο δύσκολη μέχρι τώρα. Νιώθω άσχετος, δεν μπορώ να συνεννοηθώ, πολλοί με αγνοούν, άλλοι με λυπούνται, οι περισσότεροι αδιαφορούν.
Κινούμαι με αταίριαστο ρυθμό, παράταιρος, ανένταχτος σε καλοκουρδσμένο κι αφιλόξενο μηχανισμό.
Οι υπηρεσίες ακόμα εμφανίζουν ατέλειες στα χαρτιά μου, οι γραμματείς με βομβαρδίζουν με desolé, docteur.
Οι φίλοι κάπως μακριά.

Φτάνει όμως να γυρίσω στο δωματιάκι
να φορτώσω το δίσκο
να βάλω τα ακουστικά
να ρίξω μια ματιά έξω, στα βαγόνια που διασχίζουν φωτισμένα οριζοντίως και εκατέρωθεν το οπτικό μου πεδίο
να πατήσω το play

innuendo

κι ο freddy, σωτήρας μου για ακόμα μία φορά.

ΙΙ.

Ένας παλιός μου φίλος έχει γενέθλια σήμερα. Δεν του στέλνω μήνυμα, βαρέθηκα τα μηνύματα. Τον βλέπω πια στους γάμους των φίλων, how typical. Δεν ήταν όμως με όλους έτσι, ρε αντρέα. Μερικούς μόνο τους πήρε η μπάλα αλύπητα.
Στέλνω τις ευχές μου στον κυβερνοχώρο, σαν κάποιος παλιότερος που φωνάζει πάνω από ένα βράχο προς τη θάλασσα ένα μήνυμα χωρίς πια παραλήπτη.

...η μνήμη κάποιας πυρκαγιάς στου νου μου τη χοάνη