Σάββατο 30 Μαΐου 2009

Πρωθύστερο (κατά κάποιο τρόπο: ΙΙ)

Πρώτα έγραψα το κείμενο για τη Μπρυζ. Μετά, έφυγα για το ταξίδι στην Αθήνα και η επιστροφή με βρήκε όπως περίμενα, δυσπροσάρμοστο και αγχωμένο. Ξέρω καλά πια γιατί δε θα προσαρμοστώ ποτέ: παραμένω προσκολλημένος στις ωραίες αθηναϊκές μέρες, τους δικούς μου ανθρώπους κι όλα όσα με κρατάνε (οξύμωρο) ήρεμο και ζωντανό αυτή την παράξενη εποχή.
Έτσι, πριν μπω στο χειρουργείο στρατολογώ μια ανάμνηση. Βουρτσίζω τα χέρια μου και το μυαλό μου γαληνεύει από τη μονότονη κίνηση και από το ταξίδι στις ωραίες στιγμές μου.

Ένα. Ο Κωστής τυλιγμένος με μια πετσέτα, το νερό στάζει από τα μαλλιά και τα γυαλιά στο άτυχο βιβλίο που βρέθηκε μπροστά του, ο αδερφός μου παρών, οι γονείς μου ετοιμάζουν τραπέζι και όλα γενικώς, ζέστη κάτω απ’τη φραγκιάτα. Μυρίζω το ανακάτεμα των σαμπουάν και των αντηλιακών, ακούγεται ο διακεκομμένος ήχος του τζετ σκι που πηδάει στα κύματα και ο αχός του κόσμου από την παραλία: ενοχλητικός τότε, ευεργετικός τώρα καθώς η ηχητική ανάμνηση μετατρέπει την εικόνα σε βίωμα.



Δύο. Θα ήταν καλύτερα να μην ακούγεται τίποτα, μόνο το κυματάκι. Χύνομαι στην καρέκλα, τα κορίτσια έχουν καταλάβει τις αιώρες, ο Δημήτρης κοιμάται στην πολυθρόνα του. Χαζεύω τη θέα, μοιάζει βγαλμένη από φτηνό πίνακα της Μονμάρτης, φορτωμένο με όλα τα αισθητικά στερεότυπα: φεγγάρι, αντανάκλαση στα σκοτεινά νερά, μακριά τα πλοία της Μεσογείου και ο δράκος που κοιμάται με το κεφάλι ακουμπισμένο ήσυχα στο έδαφος σαν τον Άλφι. Δεν πειράζει, ας παίζει Rolling Stones ή Dire Straits, κι ας μη μιλάει κανείς, τι τις χρειάζονται οι φίλοι τις κουβέντες...



Τρία. Τους βλέπω να κοιτάζουν τη θάλασσα του Μαρμαρά. Θα χαθούμε στα στενά της Πριγκήπου μα θα ξαναβρεθούμε στη μικρή πλατεία, θα τσιμπήσουμε τουριστικό κεμπάμπ και προτηγανισμένες πατάτες αλλά δε θα μας νοιάζει. Στα μάτια τους αντανακλούν τα μυστικά σήματα που στέλνει η Μυρτώ απ’ το μέλλον τους, κι εμείς το καταλαβαίνουμε γιατί τους ξέρουμε καλά, δεκαπέντε χρόνια και...



Τέσσερα, πέντε, έξι... Ο Τζιλιμπόι αφήνει το κινητό ανοιχτό κι ακούω την πρόβα, ή μέσα στο ιατρείο του ετεθ ακούω τη Μαρία από παλαιολιθικό τραντζίστορ με παράσιτα, ή

ουπς, τέλος χρόνου, πρέπει να καρφώσω το κρανίο (όχι στην αμμουδιά του σαχτούρη,το άλλο, το αληθινό)

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Κομπλικασιόν

Κοιτάζω επίμονα το φιλμ. Το γνώριμο αίσθημα παράλογης ελπίδας ότι αυτό που βλέπω θα εξαφανιστεί ως οφθαλμαπάτη, σα δυσοίωνη όαση. Το ανώμαλο σχήμα του αντικειμένου της απελπισίας μου δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: απόστημα. Από τα βάθη του μυαλού μου ξεπετάγονται απρόσκλητα τα παιχνίδια με τον αδερφό μου, τα ατέλειωτα καλοκαίρια της Φοινικιάς πριν απο 20-25 (!) χρόνια: όπου, με φωνές Γιάννη Αγγελάκα επαναλαμβάνουμε τις φράσεις που μας φαίνονται θελκτικά απωθητικές: «Απόστημα! Έσπασε το απόστημα! Μπλιάαξ!»

Δεν το χωράει το μυαλό μου. Αντίδραση άρνησης της συμφοράς: «Δεν είναι δυνατόν. Ήταν ανάγκη; Σε μένα έπρεπε να συμβεί; Τώρα; Άντε τώρα να με ξαναεμπιστευτούν, σκατά, μέγντ».

Ο κύριος Α μας πλησιάζει αμέριμνος. Ρωτάει για τους ασθενείς, συμμετέχει για λίγο στην επίσκεψη, μετά πρέπει να φύγει, ξαφνικά σα να θυμήθηκε κάτι γυρνάει προς το μέρος μου: «Είδες το Ζερόμ Τ; Νοσηλεύεται στον 4ο. Φαίνεται πως έχει απόστημα, φέρε τις αξονικές στο γραφείο μου να το συζητήσουμε». Αυτό ήταν. Με λούζει κρύος ιδρώτας. Γαμώ το επάγγελμα που διάλεξα.

Στο γραφείο μουτρώνει λίγο όταν βλέπει την εικόνα. «Ξέρεις, δε θα κατηγορήσω ποτέ συνάδελφο για λοιμώδη επιπλοκή σε ασθενή του. Συμβαίνει σε όλους. Θέλω μόνο να σου πω ότι τον ασθενή μας με επιπλοκή τον παρακολουθούμε, τον κυνηγάμε, δε μας κυνηγάει. Να πας να τον δεις στον 4ο και, αν χρειάζεται, να τον ξαναχειρουργήσεις». Θυμήθηκα αυτομάτως κάτι παλιόφιλους στην Αθήνα. Που αποθηκεύουν στο κινητό τον ασθενή τους που δεν πήγε καλά ως «Pain in the ass».

Είδα το Ζερόμ Τ.

Την άλλη μέρα, μετά το χειρουργείο, με πλησίασε ο Μοαμέντ, με το γνωστό περιπαικτικό ύφος, απωθώντας τους πάντες στο δρόμο του, σα ρινόκερως με αραβικό μουσάκι. «Εσύ χειρούργησες το Ζερόμ Τ;», ρώτησε. Άνοιξε η γη να με καταπιεί. Προσπάθησα να ισορροπήσω ανάμεσα σε ένα cool ύφος του τύπου «εντάξει τώρα, συμβαίνουν αυτά», μια αμυντική διάθεση «εγώ, γιατί, έχεις κανένα πρόβλημα;» προσθέτοντας ταυτόχρονα ένα ελαφρώς συγκλονισμένο τόνο («δεν μπορώ να καταλάβω πως έγινε αυτό!») . Τελικά κατέληξα να πω «ναι», και ψέλισα με γαλλικά πιο άθλια από ό,τι συνήθως «μπορεί να συμβεί σε όλους, όχι;». «Όχι», απάντησε. «Συμβαίνει μόνο στους χειρουργούς».

Το βράδυ, όπως συμβαίνει σε όσους κοντοστέκονται στο κατώφλι του ύπνου, μ’ έλουσε το λυκόφως της σχιζοφρένειας. «Αυτός ο Μοαμέντ, δεν μπορώ να καταλάβω αν τον συμπαθούμε ή όχι, πότε ειρωνικός, πότε υποστηρικτικός», είπε η φωνή. «Κι ακόμα δεν έχω καταλήξει: αφρικανικός ή ασιατικός;». «Ευγένιε;», είπα και μισάνοιξα το ένα μάτι. «Ουί, ζε βουζ εκούτ;». «Άντε γαμήσου», του πέταξα, και γύρισα πλευρό.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ήρθε η άνοιξη

Πολλαπλά δελτία ακραίων καιρικών φαινομένων λόγω της συνεχόμενης λιακάδας, νυχτώνει πια στις οκτώμισι κι είναι ακόμα αρχές Απριλίου. Ευλογημένο φαινόμενο του θερμοκηπίου, φροντίζει για τους ξενιτεμένους έλληνες. Τρία κουνέλια εμφανίστηκαν ξαφνικά κι άρχισαν να κυλιούνται στο χορτάρι γύρω απ’το νοσοκομείο, οι καλιακούδες δε γλιστράνε στην παγωμένη άσφαλτο, δεν ανατριχιάζω πια με τους δρομείς του σαββατοκύριακου και με τους ποδηλάτες που πέταξαν τις αδιάβροχες κουκούλες.

Οι συνάδελφοι έπαψαν σιγά σιγά να παρακολουθούν τους ασθενείς μου περιμένοντας την επιπλοκή, οι αναισθησιολόγοι δεν τρέχουν πια πανικόβλητοι στα τηλέφωνα όταν με βλέπουν, κι ο Κριστιάν, ο τραυματιοφορέας από τη Ρεουνιόν με καλημερίζει στα ελληνικά.

Ένα πρωί ο ουρανός γέμισε αερόστατα, ένα βράδυ ο δρόμος που οδηγεί στο σταθμό γέμισε από τεράστια γυαλιστερά μαύρα αγάλματα παχουλών μωρών και μια ντισκομπάλα φώτισε την πλατεία Θεάτρου με το φως των seventies.

Κόσμος στο μπαράκι της γωνίας, καθισμένοι στα τραπεζάκια στη λιακάδα απέναντι από την παλιά πόλη που κοκκινίζει στον ήλιο, και στην άλλη γωνία ένα «κορίτσι» στρουμπουλό, με αναπόφευκτα βαθύ ντεκολτέ πειράζει τους περαστικούς στα ch’ti.

Και οι παλίρροιες έρχονται τελικά, τι κι αν καθυστερούν λίγο, το κορίτσι μου ενθουσιάζεται κι εγώ απολαμβάνω αμίλητος. Το πούντο οργώνει την Ευρώπη, προσπερνάει τους ψηλομύτες γάλλους συναδέλφους του, ασταθές και συναρπαστικό, και η μουσική ακούγεται.

Ήρθε η άνοιξη, η ζωή κυλάει, οι φίλοι μιλάνε και βουίζουν, η ζωή κυλάει, η μουσική ακούγεται, η ζωή κυλάει, έτσι κι εγώ, φεύγω μα ξανάρχομαι πίσω.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Η ωραία της Φλάνδρας


Βγήκα να περπατήσω στην οδό Mier. Κυριακή πρωί κατά τις 11, κόσμος άρχιζε να κυκλοφορεί παρά το κρύο και τη συννεφιά. Ο πλατύς πεζόδρομος περιβάλλεται από παλιά κτήρια που δίνουν το χαρακτήρα της πόλης, χωρίς όμως τη ψυχαναγκαστική περιποίηση των αντίστοιχων κτηρίων στη Μπρυζ που κάνουν τα πάντα για να σε πείσουν ότι ζεις σε άλλη εποχή. Αντίθετα, εδώ τα ισόγεια φιλοξενούν καταστήματα, εστιατόρια, μπαρ.

Καθώς κινούμαι, εισέρχομαι διαδοχικά στα μουσικά μικροσύμπαντα που διαμορφώνουν οι πλανόδιοι μουσικοί που στέκονται στις διασταυρώσεις με τα κάθετα δρομάκια. Πρώτα ένας βιολιστής που έχει προσαρμόσει το χωνί μιας τρομπέτας στο βιολί του με ιδιόμορφο μουσικό αποτέλεσμα. Δεν παίζει καθόλου άσχημα, στέκομαι για λίγο, όμως το ρεπερτόριό του αποκλείει την περίπτωση να είναι κάποιος διάσημος βιρτούζος μεταμφιεσμένος και να γίνω ακουσίως το αντικείμενο ενός άλλου πειράματος μιας άλλης Washington Post. Μετά ένας Bob Dylan – μαζί – με – την – ορχήστρα – του στη συσκευασία του ενός, φτιάχνει το κλίμα: Σ’ αυτή την πόλη συμβαίνουν πράγματα.

Φτάνω στο σταθμό, πραγματικό αρχιτεκτονικό κόσμημα. Στα γύρω δρομάκια τα δεκάδες εργαστήρια – κοσμηματοπωλεία, η πηγή του θρύλου αυτής της πόλης, η πηγή της ανά τους αιώνες ακτινοβολίας της. Κι όμως, τι παράξενο, ό,τι βλέπω προσφέρει και κάτι στο χαρακτήρα της πόλης, τα δρομάκια γύρω απ’το παλιό λιμάνι, ο ημιτελής, «κουτσός» καθεδρικός, η περίκλειστη πλατεία με τα κτήρια των συντεχνιών, το παράφωνο πολυόροφο κτίσμα της τράπεζας KBC που ορθώνεται σα τρύπα στο χωρόχρονο προς την καρδιά της Νέας Υόρκης του ’30.

Δεν ξέρω γιατί με συγκινούν οι πόλεις – λιμάνια της βόρειας Ευρώπης. Χαζέυω τα κανάλια και τα ποτάμια τους, σύμβολα της επαφής των ανθρώπων, πραγματικές αρτηρίες της ηπείρου. Κάποτε είχα περάσει δυο ώρες στην αίθουσα του μουσείου του λιμανιού στο Ρόττερνταμ κοιτάζοντας μια τεράστια μακέτα και ιστορικούς – γεωγραφικούς χάρτες, οδηγούς των καναλιών που συνδέουν τα λιμάνια της Βόρειας Θάλασσας τελικά με το Δούναβη, τη Μαύρη Θάλασσα, το Βόσπορο, τη Μεσόγειο. Tout se tient.


Τριγύρω περπατούν άνθρωποι που συζητάνε σε μια γλώσσα ξένη σε μένα. Φθόγγοι τοποθετημένοι ο ένας μετά τον άλλο βάσει κάποιας άγνωστης μαθηματικής ακολουθίας, ασυνάρτητη γλώσσα επινοημένη από παιδιά που παίζουν. Κι όμως βρίσκομαι μόλις μια ώρα μακριά απ’τις Βρυξέλλες, την πόλη χωρίς εκπλήξεις, την πόλη της οικείας γαλλικής γλώσσας. Και στην ίδια χώρα, το Βέλγιο. Ποιός αλήθεια εμπνεύστηκε την ύπαρξη μιας τέτοιας χώρας; Ποιός καφές χύθηκε και σε ποιό χάρτη για να ορίσει με την κηλίδα του τη συνύπαρξη ασχέτων λαών; Και ποιός είμαι εγώ για να μιλάω, ο Βαλκάνιος... Ορίστε λοιπόν το αποτέλεσμα, οι πόλεις οι δυώνυμες: Antwerpen – Anvers, όμως νομίζω ότι το πιο όμορφο όνομα είναι το τρίτο, το ελληνικό: Αμβέρσα, η ωραία της Φλάνδρας.

Στην επιστροφή φωτογραφίζω τους μοντέρνους ανεμόμυλους οδηγώντας κι ακούγοντας το σαμάνο: καμιά σημαία, καμιά πατρίδα. Προσπαθώ να φανταστώ ένα φουτουριστικό Δον Κιχώτη να τους επιτίθεται, αλλά μάταια.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Δεν είμαι ο Σέπαρντ (part I)

Ο Σέπαρντ στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του γραφείου και κοιτούσε τη βροχή που έπεφτε ράιθρου. «Κατάρα», σκέφτηκε, «αυτός ο καιρός με αρρωσταίνει. Έχω βαρεθεί, κάθε μέρα τα ίδια. Πάλι δύο ανευρύσματα χειρούργησα σήμερα, και το απόγευμα έναν όγκο του εγκεφαλικού στελέχους· για να τον αφαιρέσω χρειάστηκαν 9 ώρες. Εννιά ώρες μάχης με πραγματικό αντίπαλο τον εαυτό μου... Τα οράματα και η ανάμνησή της δε μ’ άφηναν να ησυχάσω, παντού έβλεπα το πρόσωπό της, ακόμα και στη φάτσα του αναισθησιολόγου, αλλά ευτυχώς τα κατάφερα. Ο ασθενής είναι σώος και αβλαβής και τώρα καπνίζει στο προαύλιο... Τι ξέρει κι αυτός; Αυτός έναν όγκο είχε, τον έβγαλα, ξεμπέρδεψε. Αυτός επωφελήθηκε από τη δικιά μου μεγαλοφυία. Αυτός θα φεύγει προς το ηλιοβασίλεμα πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Εγώ όμως; Εγώ; Για μένα τι μένει; Περνάω μια φάση που... που το μόνο που θέλω είναι να είναι καλά ο Σέπαρντ. Τα έχω βαρεθεί όλα, θέλω κάτι διαφορετικό, κάτι που πραγματικά θα με ταρακουνήσει...»

Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα ο ειδικευόμενος μπήκε μέσα και φώναξε «Σέπαρντ, έχω κάτι που πραγματικά θα σε ταρακουνήσει». «Έχουμε πρόβλημα;» τον ρώτησε ο άλλος. «Και μάλιστα μεγάλο», απάντησε ο ειδικευόμενος, ένας 16χρονος με εξειδίκευση στην πραγματοποίηση εξαιρετικά δύσκολων και λεπτών επεμβάσεων σε ανελκυστήρες εν μέσω διακοπών ρεύματος, πλημμύρων και επιδημιών Εμπόλα. Λένε πως κάποτε χειρουργούσε σε ένα ελικόπτερο που πετούσε πάνω από το Εμπάιερ Στέιτ αποφεύγοντας την επίθεση του Κινγκ Κονγκ.

«Ηρέμησε λίγο, σκούπισε τα αίματα από τα χέρια σου και πες μου τι έγινε», είπε ο Σέπαρντ, με το μελαγχολικό του βλέμμα πιο ντετερμινιστικά πεσιμιστικό από ποτέ.


Χιλιάδες μίλια μακριά...


Ο Πάπαρντ στεκόταν στο γραφείο και κοίταζε τον τοίχο. «Μακάρι να μπορούσα να δω τι καιρό κάνει έξω», σκέφτηκε, «αν είχε ένα παράθυρο εδώ μέσα... Γαμώτο, έχω βαρεθεί, κάθε μέρα τα ίδια. Πάλι δυο κήλες αναβλήθηκαν σήμερα, κι ένα σκουλήκι το απόγευμα επειδή ο ασθενής κάπνιζε στο προαύλιο... Το μαλάκα, τι να καταλάβει κι αυτός; Αυτός αράζει στο εξάκλινο με το συγγενολόι κι εγώ πάλι έχασα τη μίζα από τς εταιρίες... Τώρα; Πώς θα πληρώσω τη δόση της πισίνας; Βαρέθηκα. Σκέφτομαι κι εκείνη... Την προϊσταμένη του ορόφου, βλέπω παντού τη φάτσα της, δε μ’ αφήνει σε ησυχία, μου τά ‘χει κάνει τούμπανα γιατί βάζω τους ασθενείς στα φορεία. Όλοι μου τά ‘χουν κάνει τούμπανα...»

Χωρίς να χτυπήσει την πόρτα ο ειδικευόμενος μπήκε και μουρμούρισε νωχελικά «Πάπαρντ, σόρρυ που στα κάνω τούμπανα, αλλά έχουμε πρόβλημα». «Τι πρόβλημα;» απάντησε ο άλλος. «Μεγάλο», είπε ο ειδικευόμενος, ένας 35άρης καραφλός με ξεκούμπωτη ρόμπα και εξειδίκευση στις φραπεδούμπες και τις βιοψίες τριχών. Λένε πως κάποτε έβγαλε ένα νύχι ολομόναχος.

«Ηρέμησε λίγο, σκούπισε τις σοκολάτες απ’ τα μούτρα σου και πες μου τι έγινε», είπε ο Πάπαρντ με το βλέμμα πιο αφόρητα βαριεστημένο από ποτέ.


Αφιερωμένο εξαιρετικά· συνεχίζεται...

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

El Dorado

Ένα πρωινό όπως τα χίλια προηγούμενα. Θα κατέβω χωρίς πολύ όρεξη, με αδιόρατο άγχος, αμφιβολία. Αν είχα πιει τουλάχιστον μια γουλιά καφέ. Θα αλλάξω, θα βάλω τα πράσινα. Θα αφήσω τα πράγματά μου στο ντουλάπι Νο 12, το κινητό στο «Théâtre», η ποδιά στην κρεμάστρα, η βέρα στον κρίκο με τα κλειδιά μου και μετά στην τσέπη. Θα χαιρετίσω, θα με αποκαλέσουν με τ’ όνομά μου, σιγά σιγά γίνομαι κάποιος. Θα πλυθώ προσεκτικά, βούρτσα, αντισηπτικό, σκούπισμα, αλκοόλ, στέγνωμα, ξανά αλκοόλ, ξανά στέγνωμα, θα μπώ στην αίθουσα.

Κοιτάζω γύρω μου. Είμαι μόνος μου. Σε πρώτο πλάνο. Σε δεύτερο πλάνο, θολοί συνεργάτες, αναισθησιολόγοι, εργαλιοδότρια, νοσηλεύτρια κίνησης, όλοι κινούνται με τους συνηθισμένους ρυθμούς τους, σα να μην είμαι εγώ.

Όλα έτοιμα, και καθώς ο αναισθησιολόγος απαντά με φυσικότητα «Ναι» όταν ρωτάω αν «μπορώ να ξεκινήσω;» αισθάνομαι σα παιδάκι που ζωγράφισε μουστάκι στο πρόσωπό του και φόρεσε το καπέλο του πατέρα του για να μοιάζει μεγάλος.

Το νυστέρι κόβει το δέρμα καθαρά, μια λεπτή κόκκινη γραμμή, μια απλή επίδρασή μου, η αρχή. Στέκομαι για μια στιγμή, μαζεύω το θάρρος που χρειάζομαι για την πρώτη κουβέντα στην εργαλιοδότρια, με φωνή σπασμένηκαι προφορά για κλάματα: «La bipolaire s’il vous plait»...

Και συνεχίζω.
Θα πάρω θάρρος, θα μπερδευτώ, θα τρομάξω, θα πιστέψω ότι έκανα μαλακία, όχι, false alarm, μα γιατί δεν έφτασα ακόμα, α, νά ‘το, θα ιδρώσω, θα κοπούν τα πόδια μου, θα μπερδέψω τα ονόματα των εργαλείων, όμως προχωράω σιγά σιγά. Κάνε ό,τι μαθαίνεις χρόνια τώρα. Τώρα.

«Μπορείτε να ειδοποιήσετε τον κ. Α., πιστεύω ότι τελείωσα». Ο κ.Α. έρχεται, ρίχνει μια αδιάφορη ματιά. Τελείωσες; Ναι. Όλα καλά; Ναι. Κλείσε και έλα για καφέ στην κουζίνα. ΟΚ.

Κλείνω.

Στέκομαι για ώρα πολύ μπροστά στο παράθυρο και παίζω αφηρημένα με τη βέρα μου. Χαζεύω το ψιλόβροχο, το σκοτάδι που πέφτει, τη χαμηλή πορεία των πανσελήνων.

«Ώστε αυτό είναι», σκέφτομαι.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Ο καλός καφές

Όπως κάθε εργαζόμενος που σέβεται τον εαυτό του στη Γαλλία, κάθε μέρα στις 12 ακριβώς τρέχουμε στην τραπεζαρία για το γεύμα. Υπάρχει μια ιεροτελεστία που περιλαμβάνει αρχικά το στήσιμο στην ουρά (συχνά για μισή ώρα!), ενώ στη συνέχεια παίρνουμε κατά σειρά: δίσκο, χαρτοπετσέτα, μαχαίρι, πηρούνι, κουταλάκι του γλυκού (προσοχή: όχι γλυκό του κουταλιού), ποτήρι (φθαρμένο από τα πολλά πλυσίματα στο πλυντήριο αλλά πάντα καθαρό), αναψυκτικό (ή αρωματισμένο νερό), γλυκό, σαλάτες, τυρί, και στο τέλος το κυρίως πιάτο (πάντα δύο ή τρεις επιλογές, απαραιτήτως μια για χορτοφάγους και τουλάχιστον ένα πιάτο με μη χοιρινό κρέας – η politically correct αντιμετώπιση της διατροφικής ιδιαιτερότητας των αράβων). Ακολουθεί το γεύμα (συνήθως κάθε κλινική συγκεντρώνεται σε καθορισμένο τραπέζι που παραδοσιακά «της ανήκει»), στο τέλος του οποίου πάντα κάποιος από τους συνδαιτημόνες προσφέρεται να φέρει καφέ για όλους.

Ο καφές είναι ένα θέμα. Ο ανυποψίαστος ταξιδιώτης – προσωρινός συνεργάτης πρέπει να γνωρίζει για να μη βρεθεί προ δυσάρεστης εκπλήξεως. Καταρχάς σημειώνεται ότι τα προσφερόμενα ροφήματα προέρχονται από ένα αυτόματο μηχάνημα που παρέχει τις εξής επιλογές:
α. Βραστό νερό
β. Ζεστό γάλα
γ. Ένα καυτό κατάμαυρο νερομπλούκι με δυσοίωνα πικρή οσμή. Ναι, αυτό ονομάζεται καφές.

Παραθέτω λοιπόν μια σειρά από οδηγίες για την αποφυγή κάθε κακοτοπιάς:

1. Ζητήστε τσάι. Θα σας φέρουν ζεστό νερό και αν είστε τυχεροί ένα φακελλάκι με το οποίο θα παρασκευάσετε κατά βούληση το ρόφημα. Εναλλακτικά, μπορείτε να πιείτε το ζεστό νερό (αφού το αφήσετε να κρυώσει). Η πιο ασφαλής επιλογή, και επιπλεόν ξεκούραστη.

2. Ζητήστε καφέ «με απίστευτα πολύ γάλα». Εξασφαλείστε ότι ο καφές δεν υπερβαίνει σε αναλογία το 1:6 επί του γάλακτος. Προσθέστε τουλάχιστον 5 κύβους ζάχαρης. Κλείστε τη μύτη σας. Δοκιμάστε με την άκρη της γλώσσας. Η επιλογή αυτή κρύβει κινδύνους, αλλά τι είναι η ζωή χωρίς λίγο ρίσκο;

3. Προσφερθείτε πρώτος απ’όλους. Κουραστικό, και γεμάτο ευθύνες. Σας δίνει όμως τη δυνατότητα να παρασκευάσετε ένα ρόφημα πειραματιζόμενοι και να αφήσετε τους άλλους να δηλητηριαστούν χωρίς τύψεις.

4. Παρασκευάστε καφέ χωρίς γάλα, αραιωμένο με ζεστό νερό, με προσθήκη ζάχαρης.
-Προσχή στην ποσότητα της ζάχαρης! Γενικά οι φυσιολογικοί άνθρωποι πεθαίνουν από κεραυνοβόλο πικριλίαση αν η ποσότητα της ζάχαρης που προστεθεί είναι μικρότερη από 50 γραμμάρια (περίπου 6 κουταλιές).
-Προσοχή στην αραίωση! Κάθε αραίωση μικρότερη από 1:10 θεωρείται επικίνδυνη και πρέπει να αποφεύγεται!
-Προσοχή στη θερμοκρασία! Το διάλυμα αυτό αποτελεί πρότυπο υψηλής θερμοχωρητικότητας και υπό Κ.Σ. παραμένει καυτό για 12-16 ώρες. Οδηγία: Περιμένετε 20 λεπτά. Κατόπιν πείτε 6 φορές το πάτερ ημών και μετά από κάθε μία φυσήξτε τον καφέ 12 φορές. Μετά τη διαδικασία μπορείτε να δοκιμάσετε με την άκρη της γλώσσας σας, αφού πρώτα την έχετε ασφαλίσει για ανήκεστο βλάβη από εγκαύματα. Πάντα να χρησιμοποιείτε πυρίμαχα γάντια! Το γυαλί είναι καλός αγωγός της θερμότητας.

Αν παρόλα αυτά θέλετε να ζήσετε στα όρια, αραιώστε σε 3 μέρη νερό και προσθέστε μόνο 2-3 κουταλιές ή κύβους ζάχαρης. Κατόπιν: Αφήστε να κρυώσει (βλ. παραπάνω), κλείστε τα μάτια, πάρτε βαθιά ανάσα, αναλογιστείτε τη ζωή σας, που είσασταν, που είσαστε, ποιο το νόημα όλων αυτών, πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός, πότε είμασταν παιδιά, που νά ‘ναι όλοι οι παλιοί σας φίλοι, ή μάλλον μη σπαταλήσετε τις τελευταίες σκέψεις σας αναλογιζόμενοι τη ζωή σας, έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα περάσει ολόκληρη μπροστά απ’ τα μάτια σας από μόνη της, σκεφτείτε μόνο τι πάτε να κάνετε, τι κρίμα τόσο νέος, και τι φρικτός θάνατος. Μετά δοκιμάστε.

5. Το ζήτημα του σκέτου καφέ
Το ζήτημα του σκέτου (χωρίς αραίωση – χωρίς γάλα – χωρίς ζάχαρη) καφέ τέθηκε για πρώτη φορά στη συνδιάσκεψη του Κιότο. Η ολομέλεια αποφάσισε ομόφωνα την κατάταξή του στα άκρως επικίνδυνα παρασκευάσματα και επέτρεψε τη χρήση του μόνο στη βιομηχανία και κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Κάποτε, εξαιτίας ενός ατυχήματος ένας άτυχος ήπιε μια γουλιά σκέτου καφέ. Τον βρήκαν με μια έκφραση απερίγραπτου τρόμου σχηματισμένη στο πρόσωπό του. Το περιστατικό πέρασε στο θρύλο και έγινε θέμα διηγήματος του Howard Philips Lovecraft. Ή θα γινόταν αν ο HPL δε μας είχε αφήσει χρόνους εδώ και εβδομήντα χρόνια.

Αυτά, και όποιος εξυπνάκιας πιστεύει ότι «για να απολαύσεις το σωστό γαλλικό καφέ πρέπει να τον πίνεις σκέτο», ας έρθει να μου το πει εδώ πάνω.