Τέλη Ιανουαρίου του 1996, ένα βροχερό βράδυ στην Αθήνα, την πήγα μέχρι το σπίτι της οδηγώντας μετά χιλίων βασάνων την Corolla του πατέρα μου. Είχαμε πάει σινεμά, μετά για ποτό στα εξάρχεια, στην ίντριγκα ή το ρεσιτάλ, που να θυμάμαι πια. Την άφησα έξω απ’ την πολυκατοικία και την παρακολούθησα μέσα από το τζάμι που είχε θαμπώσει ώσπου έκλεισε πίσω της η εξώπορτα. Ήταν ένα γλυκό βράδυ, κουβέντα, βιοθεωρίες και τέχνη, είμασταν όπως λέει και το κλισέ «γεμάτοι όνειρα κι ελπίδες». Είχα γυρίσει στο σπίτι οδηγώντας νωχελικά, με το τζαμάκι ανοιχτό για να μπαίνουν οι ψιχάλες. Ήταν ένα από τα βράδια που γέμισαν τα φοιτητικά μου χρόνια, που μ’ έκαναν λίγο ως πολύ αυτό που είμαι σήμερα. Γι’ αυτά θυμάμαι αυτή τη νύχτα. Σε αντίθεση με την υπόλοιπη χώρα που τη θυμάται γιατί ήταν η μέρα που για μία μαλακία κόντεψε να εμπλακεί σε πόλεμο με την τουρκία.
Παρακολουθώντας από μακριά τα γεγονότα «περί το μνημόνιο και τη χρεωκοπία» έχω μια αίσθηση ιδιαίτερα ενοχλητική, ότι είμαι ανήμπορος όχι μόνο να δράσω, αλλά και να διαμορφώσω άποψη για τα πράγματα. Κάπως έτσι θυμήθηκα τα γεγονότα των ιμίων: γιατί, ήταν η τελευταία φορά που η χώρα βρέθηκε μπροστά σε ιστορικό δίλημμα, και γιατί τότε η άποψή μου είχε διαμορφωθεί αυτόματα, από τα πολιτικά και ιδεολογικά μου αντανακλαστικά: πολύ καλά κάναμε, αποφάσισα, που δεν μπήκαμε σε πόλεμο για δύο ξερονήσια, και μπορούσα πολύ εύκολα να ζήσω με την «εθνική ντροπή» της υποχώρησης, ακόμα και με το ανεκδιήγητο «ευχαριστώ» στους αμερικανούς. Φυσικά υπήρχαν θέματα που θεώρησα ότι έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί διαφορετικά, και καταλάβαινα ότι η χώρα έβγαινε χαμένη από την ιστορία, αλλά το που έγερνε η ζυγαριά ήταν ξεκάθαρο, και ακόμα και σήμερα πιστεύω το ίδιο. Αλλά και η αντίθετη άποψη που εκφράστηκε, ότι δηλαδή έπρεπε να το παίξουμε πιο σκληρά αντράκια, υποστηρίχθηκε σε γενικές γραμμές από μια ομάδα ανθρώπων με τους οποίους με χώριζαν, ιδεολογικά, όρια τελείως ευδιάκριτα.
Τι μου συμβαίνει λοιπόν;
Στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει αν το μνημόνιο είναι απαραίτητο για να επιστρέψει η ελλάδα σε δρόμο ορθολογισμού. Όπως με το «στοίχημα του Πασκάλ», θα ακολουθήσουμε ένα δρόμο που μας φαίνεται πιο ασφαλής, βασισμένοι σε ασάφειες και σε σχεδόν «θεολογικού» τύπου επιχειρηματολογία. Ο βαθμός αβεβαιότητας για την αποτελεσματικότητα του μνημονίου είναι τέτοιος, που ακόμα και οι εμπνευστές του δεν είναι σίγουροι. Αν προσθέσουμε σε αυτή την αβεβαιότητα, τη σύγχυση που επικρατεί για τους μηχανισμούς της κρίσης, καθώς και ότι για να προσανατολιστεί κάποιος πρέπει να κατανοήσει σε βάθος έννοιες της οικονομικής επιστήμης απρόσιτες συχνά και για τους ειδικούς, αποκτάμε μια εικόνα της πολυπλοκότητας.
Μπερδευτήκαμε. Δε θα έπρεπε να βασίζουμε την άποψή μας σε δυσνόητες οικονομικές θεωρίες. Θα έπρεπε να βλέπουμε το στόχο. Και ο στόχος φυσικά πρέπει να είναι «να γίνει η ελλάδα σύγχρονο κράτος, να απαλλαγεί από τις αδιανόητα σαθρές δομές του παρελθόντος και του παρόντος της». Εντάξει, και «να αποπληρωθούν όσοι τη δάνεισαν». Αν όμως αυτοί οι στόχοι είχαν ως απαραίτητη συνιστώσα του σχεδίου και το απλό «να μη βυθίσει η λύση τους ανθρώπους στην απελπισία», οι ειδικοί είμαι σίγουρος ότι θα έβρισκαν τον τρόπο. Έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για τεχνητούς κανόνες, που διαμορφώνονται, για νόμους ανθρώπινους, όχι για νόμους της φύσης.
Το πρώτο χρώμα της γαλλικής σημαίας, το μπλε, λέγεται ότι συμβολίζει την ελευθερία. Η ελευθερία είναι η έννοια που πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο στηρίχθηκε πάνω της ο δυτικός πολιτισμός. Χιλιάδες τόμοι γράφτηκαν και γράφονται, νόμοι και συνθήκες την προστατεύουν αλλά και την ορίζουν, μήπως και δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τι σημαίνει. Η ελευθερία αγαπήθηκε πολύ και από τα σύγχρονα οικονομικά συστήματα. Ερμηνεύτηκε και με κάπως διφορούμενο τρόπο, εκφυλίστηκε σε «ελευθερία της οικονομίας» και τελικά «ελευθερία του κέρδους». Τζάμπα τόσο μελάνι και τόσοι κάλοι απ’τις χορδές στα δάχτυλα, ρε πούστη.
Αυτό που πραγματικά με κάνει να απορώ είναι η βεβαιότητα με την οποία οι άνθρωποι υποστηρίζουν τις απόψεις τους. Με τρομάζει λίγο αυτή η βεβαιότητα και με κάνει να αισθάνομαι και λίγο βλάκας: τι ακριβώς βλέπουν που εγώ δε βλέπω; Έχουν καταλάβει τόσο καλά τις παραμέτρους της λεγόμενης «κρίσης χρέους»; Ξέρουν τι θα γίνει αν τυχόν βγούμε από το ευρώ; Ξέρουν καν αν γίνεται να βγούμε; Εδώ δεν ξέρουν ούτε οι των βρυξελλών. Και οι καραμέλες τύπου «καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε»: τι σημαίνει καταναναλώνουμε; Οι παροχές στην υγεία και την παιδεία είναι σ’ αυτά που καταναλώνουμε; Γιατί τότε μου φαίνεται ότι καταναλώνουμε λιγότερα απ’ όσα πρέπει! Και ενδεχομένως η πιο λογική λύση, με το φτωχό μου το μυαλό, να είναι να παράγουμε περισσότερο κι όχι να καταναλώνουμε ακόμη λιγότερο.
Επίσης, σχετικά με το χρέος, στα δικά μου τα μάτια υπάρχουν δύο «είδη» χρέους: αυτό που χρωστάμε στις ευρωπαϊκές χώρες, και που καλά θα κάναμε να το πάρουμε στα σοβαρά γιατί αφορά άλλους λαούς, που δουλεύουν σκληρά, πληρώνουν τους φόρους τους και δεν είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν για μας μια ζωή. Και αυτό που χρωστάμε σε ιδιώτες, τράπεζες, κερδοσκόπους, funds, και κάθε λογής φρούτο που πουλώντας και αγοράζοντας αέρα, με τεχνητό τρόπο φούσκωσε το χρέος σε δυσθεώρητα ύψη και τώρα διεκδικεί τα παράλογα κέρδη του. Αυτοί οι τελευταίοι δέχονται να κουρέψουν το χρέος ακριβώς γιατί έχουν κερδίσει τόσο πολλά που δε γίνεται ποτέ να βγουν χαμένοι. Σε ποιον φαίνεται λογικό να στεγνώσει η ελλάδα για να πληρωθούν αυτά τα υπερκέρδη; Κατά τη γνώμη μου σε όποιον πιστεύει σε αυτό το σύστημα, σε όποιον πιστεύει ότι «το κέρδος, αφού είναι νόμιμο, είναι και καλό, και πρέπει πάσει θυσία να διεκδικείται».
Βαρέθηκα να διαβάζω απλώς ότι φταίμε, και ότι πρέπει τώρα να παλέψουμε για να ξαναφτιάξουμε μια ελλάδα στηριγμένη αυτή τη φορά σε ισχυρούς πυλώνες, σοβαρή, ορθολογική, αξιοκρατική, πραγματικά ευρωπαϊκή. Συμφωνώ όχι απλώς απόλυτα, με όλο μου το είναι, ειλικρινά. Αυτό που δεν έχω καταλάβει είναι πως ακριβώς τεκμηριώνεται ότι χωρίς το μνημόνιο δε θα μπορέσουμε να τα κάνουμε όλα αυτά. Για να μην πώ ότι μου φαίνεται δύσκολο και στην ανάποδη ανάγνωση, πώς θα μπορέσουμε δηλαδή να τα κάνουμε όλα αυτά με το μνημόνιο να μας τσακίζει. Με λίγα λόγια, η μεγάλη μάχη που μας περιμένει για να κάνουμε την ελλάδα μια χώρα που αξίζει κανείς να ζει, θα δοθεί τα επόμενα χρόνια, και θα έπρεπε να αισθανόμαστε ικανοί και δυνατοί να τη δώσουμε ακόμα και μετά από μια χρεωκοπία.
Το λευκό χρώμα συμβολίζει την ισότητα. Η ισότητα είναι μια δύσκολη έννοια. Στην πορεία του χρόνου, γρήγορα μετατράπηκε από απόλυτη ισότητα σε «ισότητα των ευκαιριών». Ακόμα κι αυτή η τελευταία τραβάει τα πάνδεινα στις δυτικές κοινωνίες. Ο νεοφιλελευθερισμός δε διστάζει να την αποπέμψει οριστικά λέγοντας ανερυθρίαστα ότι, ενώ η ελευθερία αποτελεί πολύτιμο εφόδιο, η ισότητα είναι τελείως άχρηστη, ως και επιβλαβής για την πρόοδο της κοινωνίας. Συγκεκριμένα, η ισότητα καταδικάστηκε σε «de facto ανυπαρξία» η οποία πηγάζει από την ποικιλία ικανοτήτων και χαρακτηριστικών των ανθρώπων, που επιπλέον θα την καθιστούσε (κατά τη γνώμη τους) ισοπεδωτική δύναμη και τροχοπέδη της προόδου. Έτσι κοιμόμαστε το βράδυ σαν πουλάκια, ο γείτονας που έμεινε άνεργος μάλλον δε διάβαζε αρκετά στο σχολείο. Για την περίπτωση της ελλάδας, σίγουρα θα ήταν και φοροφυγάς.
Πώς μας βλέπουν οι ευρωπαίοι; Τι σκέφτονται για την ελλάδα και την κρίση; Η ερώτηση που δέχομαι από φίλους και γνωστούς με κάθε ευκαιρία. Η απάντηση κάθε φορά μου φαίνεται ελάχιστα πρωτότυπη κι ενδιαφέρουσα: Τι να σκέφτονται δηλαδή; Λυπούνται για μας, αλλά ξέρουν ότι κάναμε και τα λάθη μας. End of story. Οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους έχουν τα ίδια προβλήματα με μας, μερικές φορές νομίζω ότι δουλεύω στην αθήνα και απλώς όλοι μιλάνε γαλλικά. Φυσικά υπάρχουν δομές απείρως πιο οργανωμένες και ένας φυσιολογικός σεβασμός στο κράτος. Οι αγωνίες όμως είναι οι ίδιες, να ζήσουμε καλά, να είμαστε υγιείς, να αγαπάμε και να μας αγαπούν. Ο καθένας με τον τρόπο του. Έτσι, το πιο απλό πράγμα είναι να καταλάβουν τις δυσκολίες των ελλήνων και να συμπαρασταθούν. Πιστεύει κανείς ότι οι ευρωπαίοι λαοί πιέζουν για σκληρές λύσεις τύπου μνημονίου; Ξεχάστε το, αρκεί να ταξιδέψει κανείς ελάχιστα για να δει ότι οι σκέψεις, οι αγωνίες των ανθρώπων είναι κοινές. Δε χρειάζονται κοινωνιολογικές μελέτες και δημοσκοπήσεις, απλή λογική χρειάζεται.
Άραγε οι εμπνευστές της ενωμένης ευρώπης αυτό το μπάχαλο είχαν στο μυαλό τους; Για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη διάψευση από τα τελευταία γεγονότα. Υποτίθεται ότι στις ιδρυτικές της συνθήκες ή ένωση της ευρώπης έχει ως όραμα την πολιτική ένωση: κοινή εξωτερική πολιτική, κοινό στρατό, κοινούς στόχους. Βλέπω τους αμερικανούς φίλους της γυναίκας μου να χλευάζουν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη: να μην καταλαβαίνουν τη θέση της έννοιας «ανθρώπινα δικαιώματα» σε αυτό το κατασκεύασμα, να αναρρωτιούνται τι κοινό βρίσκουν τόσο ετερόκλητοι λαοί, και σκέφτομαι «δεν καταλαβαίνουν, γιατί είναι ένα νεόκοπο έθνος. Επί της ουσίας ανάδελφο». Στο δικό μου το μυαλό, η ευρώπη δένεται από κοινές πολιτιστικές καταβολές, μακρόχρονους συνεκτικούς δεσμούς, ισχυρότερους από κάθε οικονομικό συμφέρον. Αναγνωρίζω στους γάλλους αξίες που με συγκινούν, πολύ περισσότερο από ότι αναγνωρίζω στους αμερικανούς, όσο χόλυγουντ και να δω, ή στους ιάπωνες, ή στους ινδούς.
Η αντιμετώπιση λοιπόν της ελλάδας από τους «εταίρους» τους τελευταίους μήνες, είναι για μένα μεγάλη απογοήτευση. Κάναμε λάθη ασυγχώρητα, όμως ένας ισχυρός θα έπρεπε να συγχωρεί τον αδύναμο. Η ανάλγητη τιμωρία, βασισμένη αποκλειστικά σε στεγνά οικονομικά μεγέθη δεν ταιριάζει στη φιλοσοφία της ευρώπης, ούτε στις αξίες της. Τουλάχιστον όχι στις ιστορικές στιγμές της που θα ήθελε να θυμάται. Ως έθνος οι έλληνες δε μάθαμε ποτέ να λειτουργούμε οργανωμένα και να σεβόμαστε το κράτος μας, ούτε ο ένας τον άλλο. Για όλα αυτά τα λάθη που κάναμε, την άγνοιά μας, χρειαζόμαστε βοήθεια, όχι τιμωρία.
Το τρίτο χρώμα, το κόκκινο, στέκεται συνήθως πάνω από τη λέξη «αδελφότητα». Αναρρωτιέμαι καιρό τώρα τι σημαίνει αυτή η μυστηριώδης έννοια. Κανένας δε μιλάει γι’ αυτήν. Λοιπόν, τώρα ξέρω: η αδελφότητα είναι το μυστικό συστατικό, που χωρίς αυτό η συνταγή δεν πετυχαίνει. Κι αν η ελευθερία και η ισότητα θεσπίζονται, η γαμημένη η αδελφότητα πρέπει να υπάρχει μέσα μας, αλλιώς κλάφτα. Και ακριβώς επειδή δεν ορίζεται, δε νικιέται με τίποτα, ούτε αλλοιώνεται, ούτε να την εκμεταλευτεί κανείς επιτήδειος γίνεται. Είναι η μικρότερη αδερφή του παραμυθιού, που κανείς δεν της δίνει σημασία, αλλά που στο τέλος γίνεται βασίλισσα.
Αυτή την αδελφότητα περιμένω από τους ευρωπαίους. Δεν την ανακάλυψα εγώ, τη διάβασα στα δικά τους τα βιβλία. Αυτοί μου τη δίδαξαν.
Αυτή την αδελφότητα ψάχνω ανάμεσα και στους δικούς μου τους συντρόφους, μάταια. Αρχίζουν τις φράσεις τους λέγοντας «φταίμε όλοι» και τις τελειώνουν λέγοντας «γι’ αυτό λοιπόν εσείς φταίτε περισσότερο». Καίνε τους κινηματογράφους και τα βιβλιοπωλεία. Ειρωνεύονται όσους κατεβαίνουν στους δρόμους για διαμαρτυρία, βολεμένοι στις δικές τους αμετακίνητες απόψεις. Μπλογκάρουν τις θεωρίες τους για τις αιτίες του κακού και, φίλε μου, οι πολλές θεωρίες αποτελούν προσβολή της πραγματικότητας όταν η πραγματικότητα έρχεται απλώς και σε χαστουκίζει στο μάγουλο: και η πραγματικότητα είναι ότι πολύς κόσμος στην πατρίδα περνάει δύσκολες ώρες.
Κι έτσι καταλήγω σιγά σιγά: αφού μας λύγισε ο φόβος, ας εφαρμοστεί το μνημόνιο. Ακόμα και τότε, να είστε σίγουροι, για να δούμε άσπρη μέρα θα πρέπει, όχι μόνο να οργανώσουμε το κράτος και να μάθουμε να το σεβόμαστε, όχι μόνο να αλλάξουμε παγιωμένες αντιλήψεις δεκαετιών, αλλά και να αντιδράμε κάθε φορά που κάποιος θα τσακίζει τους συνανθρώπους μας, που κάποιος θα διεκδικεί τα υπερκέρδη του, που κάποιος θα βολεύεται στην καρέκλα του, θα διορίζει τους δικούς του, θα απαξιώνει τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας, θα διαμελίζει την κοινωνική πρόνοια και τη δημόσια υγεία. Κι όλα αυτά, παλιοί μου σύντροφοι, γίνονται μόνο με δύο τρόπους: ο ένας είναι η ψήφος, και ο άλλος είναι ο δρόμος.
Κι ακόμα κι αυτά δε φτάνουν. Θα πρέπει ακόμα να αφήσουμε πίσω μας τα χρόνια της αισθητικής του «κλικ», τα χρόνια της φιλοσοφίας του ελάχιστου κόπου και του μέγιστου κέρδους, των «γνωριμιών», της θολούρας. Και να ζωγραφίσουμε γύρω απ’τη σκληρή δουλειά με τα χρώματα τα γνωστά, να κάνουμε αυτά που ξέρουμε από παλιά: να αγαπάμε, να γράφουμε ωραία ποιήματα κι ωραία τραγούδια, να κάνουμε τέχνη ειλικρινή στους δρόμους.
Τι αστείο, εκείνη η ταινία, το γενάρη του ‘96, ήταν το Underground. Η ιστορία ενός εμφυλίου. Αλλά και μιας αγάπης, μιας αναγέννησης και μιας λύτρωσης.
Το ήξερα. Πάντα βρίσκω τις απαντήσεις που ψάχνω στις μικρές μου ιστορίες, στα χίλια λόγια των χαμογέλων, στην αγία τέχνη.
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
Τρίτη 7 Ιουνίου 2011
Υστερόγραφο πάνω σ' ένα στίχο του Αναγνωστάκη*
Διαβάζω εδώ κι εκεί τα σχόλια ανθρώπων με αναμφισβήτητη νοημοσύνη και καλλιέργεια, σχόλια αρνητικά για τις κινητοποιήσεις των ημερών και μηδενιστικά. Σκέφτομαι ότι η ευαισθησία τους αναστατώνεται από την παρουσία στο Σύνταγμα αντιαισθητικών μορφών μιας Ελλάδας που θέλουμε να ξεχάσουμε, καιροσκόπων, μέχρις ανοησίας αφελών πολιτικολόγων, ακραίων στοιχείων, αμαρτωλών υπαίτιων της κατάντιας μας που κάνουν πως δε θυμούνται, διεκδικητών των κεκτημένων τους και μόνο.
Τους νιώθω να ενοχλούνται σαν από μια βρωμερή θορυβώδη παρέα που στριμώχνεται δίπλα τους να χαζέψει ένα έργο του Σαίξπηρ από το οποίο δε θα καταλάβει τίποτα, και τους καταλαβαίνω βαθιά.
Στεναχωριέμαι όμως να βλέπω το πνεύμα παραδομένο στην απελπισία. Και δεν παύει να με «σφίγγει σαν πένσα» το πώς η γενιά μας κατάφερε να απογυμνώσει την έννοια της διεκδίκησης μιας καλύτερης κοινωνίας από κάθε θεωρητικό ιδανικό και να τη συνδέσει με τα μικροσυμφέροντα του καθενός.
Σκέψου, φίλε, ότι ο Αναγνωστάκης, ή τα δυνάμει υποκείμενα του υπέροχου στίχου του, μπορεί να νιώθουν «όρθιοι και μόνοι» ως δρώντες μέσα «στη φοβερή ερημία του πλήθους» των απαθών και αμέτοχων σχολιαστών.
Σκέψου ότι η πρόοδος δεν ήρθε ποτέ από μια αποστειρωμένη ομάδα στοχαστών, κι ότι για κάθε Μοντεσκιέ υπήρξαν πολλοί Ροβεσπιέροι, για κάθε Μακρυγιάννη πολλοί Ανδρούτσοι.
Και θα ήθελα να έχει έρθει η ώρα οι σκεπτόμενοι της γενιάς μας να κερδίσουν ένα μεγάλο στοίχημα, και να μεταφράσουν την υπαρξιακή τους ευαισθησία σε πολιτική σκέψη, και αμέσως σε δράση, όπως έκαναν ο Ρίτσος, ο Χικμέτ, ο Λόρκα. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι τιποτένιοι και οι κακομούτσουνοι, οι αγωνιστές του εαυτούλη τους, θα μας κρύψουν το δάσος, ότι δηλαδή χρειάζεται αλλαγή, ανατροπή, κι αυτά δεν έρχονται μόνο με την παιδεία στα σχολεία, έρχονται και στα χυδαία πεδία των δρόμων.
*Πρόκειται για το στίχο "όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους" που διάβασα ως αναφορά σε σχόλιο αντίθεσης με τα γεγονότα του Συντάγματος. Από κάποιον που εκτιμώ απεριόριστα, και τον ευχαριστώ για την αφορμή.
Τους νιώθω να ενοχλούνται σαν από μια βρωμερή θορυβώδη παρέα που στριμώχνεται δίπλα τους να χαζέψει ένα έργο του Σαίξπηρ από το οποίο δε θα καταλάβει τίποτα, και τους καταλαβαίνω βαθιά.
Στεναχωριέμαι όμως να βλέπω το πνεύμα παραδομένο στην απελπισία. Και δεν παύει να με «σφίγγει σαν πένσα» το πώς η γενιά μας κατάφερε να απογυμνώσει την έννοια της διεκδίκησης μιας καλύτερης κοινωνίας από κάθε θεωρητικό ιδανικό και να τη συνδέσει με τα μικροσυμφέροντα του καθενός.
Σκέψου, φίλε, ότι ο Αναγνωστάκης, ή τα δυνάμει υποκείμενα του υπέροχου στίχου του, μπορεί να νιώθουν «όρθιοι και μόνοι» ως δρώντες μέσα «στη φοβερή ερημία του πλήθους» των απαθών και αμέτοχων σχολιαστών.
Σκέψου ότι η πρόοδος δεν ήρθε ποτέ από μια αποστειρωμένη ομάδα στοχαστών, κι ότι για κάθε Μοντεσκιέ υπήρξαν πολλοί Ροβεσπιέροι, για κάθε Μακρυγιάννη πολλοί Ανδρούτσοι.
Και θα ήθελα να έχει έρθει η ώρα οι σκεπτόμενοι της γενιάς μας να κερδίσουν ένα μεγάλο στοίχημα, και να μεταφράσουν την υπαρξιακή τους ευαισθησία σε πολιτική σκέψη, και αμέσως σε δράση, όπως έκαναν ο Ρίτσος, ο Χικμέτ, ο Λόρκα. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι τιποτένιοι και οι κακομούτσουνοι, οι αγωνιστές του εαυτούλη τους, θα μας κρύψουν το δάσος, ότι δηλαδή χρειάζεται αλλαγή, ανατροπή, κι αυτά δεν έρχονται μόνο με την παιδεία στα σχολεία, έρχονται και στα χυδαία πεδία των δρόμων.
*Πρόκειται για το στίχο "όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους" που διάβασα ως αναφορά σε σχόλιο αντίθεσης με τα γεγονότα του Συντάγματος. Από κάποιον που εκτιμώ απεριόριστα, και τον ευχαριστώ για την αφορμή.
Κυριακή 29 Μαΐου 2011
Τι είδα όταν άνοιξα τις κουρτίνες
Το Γενάρη του 2009, πνιγμένος από μια αίσθηση απώλειας σαν αυτές που τρέφονται από τα ποίηματα του Καββαδία (ούτε φουστάνι στη στεριά ούτε μαντήλι), άρχισα να διανύω τον τρίτο μήνα της Πρώτης Περιόδου της Lille. Έμπαινα κάθε πρωί στο Punto, διέσχιζα την παλιά πόλη με κατεύθυνση το Champ de Mars («που πάτε ρε Καραμήτροι λιλουά, δίπλα στο Παρίσι είστε, κάποιος θα σας καταλάβει...»), και έπαιρνα τη λεωφόρο Vauban. Στις πρώτες διαδρομές μου, παρά τη μεγάλη προσοχή στο δρόμο (ψαρωμένος γαρ), έκανα συστηματικά ένα λάθος, σίγουρα όλοι θα με καταλάβετε και θα με συχωρήσετε: δε σταματούσα στις διαβάσεις.
Ένα βροχερό πρωινό, οδηγώντας ανύποπτος, συνέλαβα με την άκρη του ματιού μου μια ηλικιωμένη κυρία να βάζει το πόδι της στην άσφαλτο, με την απόλυτη βεβαιότητα για μια επικείμενη ασφαλή μετάβαση απέναντι. Για ένα κρίσιμο δευτερόλεπτο αμφιταλαντεύτηκα ανάμεσα σε ένα βίαιο φρενάρισμα – δείγμα σεβασμού προς τη γραία, αλλά με τον κίνδυνο του σοδομισμού, μεταφορικό και κυριολεκτικό, από έναν ενδεχομένως βιαστικό οδηγό λεωφορείου να ελοχεύει, και σε μια πιο συγκαταβατική λύση του τύπου «δεν επιβραδύνω – δεν επιταχύνω – χαμογελάω ευγενικά κοιτώντας τη και ζητώντας συγνώμη – χρησιμοποιώ μάλιστα το χαμόγελο που δηλώνει πόσο καλό παιδί είμαι, και πόσο καλός γαμπρός θα ήμουν για την εγγονή σας, κρίμα που είμαι παντρεμένος». Μέχρι να αποφασίσω, η καλή κυρία τραβούσε το πόδι της από το δρόμο, όχι μόνο τρομαγμένη, αλλά και με μια έκπληκτη απογοήτευση για έναν κόσμο που καταρρέει, για ένα σύστημα αρχών και αξιών που προσβάλλεται βάναυσα, για ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο που παραβιάζεται.
Το περιστατικό δεν τελείωσε εκεί, καθώς στο επόμενο φανάρι την είδα από τον καθρέφτη να στέκεται ακόμα εκεί, κουνώντας απειλητικά μια τεράστια ομπρέλα προς το μέρος μου και ξεστομίζοντας ποιος ξέρει ποιες ακατανόμαστες εκφράσεις. Εκείνη την ώρα αισθάνθηκα άσχημα, το ξεπέρασα όμως σε δευτερόλεπτα, και το ξέχασα.
Δηλαδή δεν το ξέχασα οριστικά, προφανώς, αφού το ανακαλώ τώρα, δυο χρόνια μετά...
Ποιοί είναι οι Αγανακτισμένοι; Γιατί δε συντάσσονται όλοι μαζί τους; Γιατί υπάρχουν τόσοι που ειρωνεύονται, δυσπιστούν, ακόμα και χλευάζουν αυτή την κίνηση, και κάθε άλλη κίνηση διαμαρτυρίας; Γιατί ο κόσμος δεν επαναστατεί; Τα ερωτήματα με βασανίζουν, και το εννοώ. Την Αθήνα του 2011 δεν τη ζω απο κοντά, νιώθω σα να παρακολουθώ τις εξελίξεις κοιτώντας ανάποδα μέσα από ένα ζευγάρι κυάλια, όπως κάνουν τα παιδιά και παίρνουν το πρώτο τους μάθημα για τη σχετικότητα της αλήθειας. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια σύγχυση, μια αμηχανία, ένας δισταγμός. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει και μια τεράστια άρνηση, μια μηδενιστική απόρριψη κάθε κινητοποίησης. Έκανα μια γύρα στο facebook, βρήκα αγανακτισμένους σε κάθε πόλη που μπορεί να φανταστεί κανείς, στο Γκόθαμ, τη Λιμνούπολη, τη Μόρντορ... Δε λέω, καλό το ΑΡΜ, και το έχουμε τιμήσει, μάρτυς μου ο Ταμπακίς, αλλά εδώ έχουμε κάτι άλλο. Εδώ μπερδεύουμε τη βούρτσα με τη χτένα.
Καθένας έχει κάτι να πει, εκατοντάδες απόψεις εκφράζονται, όλες προσωπικές. Το πρόβλημα ξεκίνησε με την αρθρογραφία του Ίντερνετ. Συνεχίστηκε με τα blogs και ξεφτιλίστηκε με το facebook. Πιστέψτε κάποιον που προσπαθεί με αγωνία να διαμορφώσει μακρόθεν άποψη, ο βομβαρδισμός ετερόκλητων απόψεων είναι ισοπεδωτικός. Ειλικρινά, μερικές φορές στρέφομαι στα γαλλικά μέσα, όχι για την αντικειμενικότητα των ειδήσεων, όπως οι παλιότεροι στη χούντα άκουγαν τη ντόυτσε βέλλε, αλλά για την αντικειμενικότητα των απόψεων. Όμως κι αυτοί έχουν τα δικά τους, και ασχολούνται μαζί μας λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Οι απόψεις έχουν έχουν ένα βασικό πρόβλημα: είναι εύκολες. Είναι εύκολο να καθίσει κάποιος να διαβάσει και να σκεφτεί από 30 δευτερόλεπτα μέχρι 30 μέρες για να αποκτήσει μια άποψη, και σήμερα είναι πια πολύ εύκολο επιπλέον να τη δημοσιεύσει. Μεταξύ των απόψεων είναι ακόμα πιο εύκολο να εκφραστεί μια αρνητική ή μηδενιστική, από το να εκφραστεί μια πρόταση. Αλλά και οι αρνήσεις και οι προτάσεις, όλες οι απόψεις, είναι πολύ πιο εύκολες από τις δράσεις! Και, κακά τα ψέματα, έχουμε εθιστεί εδώ και καιρό στις εύκολες λύσεις. Το δεύτερο πρόβλημα με τις απόψεις, είναι ότι η σκέψη, ανάλογα και με το πόσο ικανός είναι ο καθένας στο να τη χρησιμοποιεί, μπορεί να σκιαγραφεί λεπτομέρειες, λεπτές διαφορές στο πόσο βαραίνει κάθε τι μέσα στο μυαλό μας, να εντάσσει ιδέες άλλων και τελικά να γεννάει μια άποψη, που ανάλογα με την ικανότητα του καθενός είναι διαφορετική, προσωπική. Σπάνια θα βρεθούν σκέψεις και απόψεις μεταξύ των ανθρώπων ολόιδιες. «Και πού είναι το πρόβλημα, σοφέ Al Bouras;». Το πρόβλημα μικρά μου στρουμφάκια είναι ότι η αληθινή ζωή ισοπεδώνει τις απόψεις, και απαιτεί πράξεις. Με λίγα λόγια, ό,τι κι αν σκέφτεσαι, όσο ακριβή κρίση κι αν έχεις, που σε βοήθησε να διαμορφώσεις την απόλυτα ορθή άποψη, στο τέλος της μέρας ή έχεις κατέβει στο δρόμο ή δεν έχεις.
Μακριά από μένα βέβαια η δαιμονοποίηση της ποικιλίας των απόψεων! Αλλά δεν πρέπει μετά την αξία της άποψης να ανακαλύψουμε και την αξία της δράσης;
Η ένταση με την οποία εκφράζονται προσωπικές απόψεις, των οποίων η αντι-δραστικότητα αυξάνει ευθέως ανάλογα με το βάθος και τη λεπτομέρεια της ανάλυσης που περικλείουν, με εκπλήσσει τώρα που το σκέφτομαι, καθώς χάνω τις μοναδικές 5,66 ελεύθερες ώρες μου για να γράφω, αλλά πρέπει να τα γράψω τώρα, αύριο θα είναι αργά. Και σίγουρα σημαίνει κάτι.
Γιατί ο μέσος γάλλος πολίτης θα βγάλει φλας πριν στρίψει ακόμα κι αν βρίσκεται στη Σαχάρα και κατευθύνεται από το Μάλι στην Αλγερία, και θέλει να ξεδιψάσει στην πιο κοντινή όαση; Γιατί οι μοτοσυκλετιστές δεν ορμάνε μεταξύ των σειρών των αυτοκινήτων, γιατί οι γιαγιάδες το θεωρούν δεδομένο ότι θα τις αφήσουν να περάσουν με ασφάλεια τη διάβαση; Ας αφήσουμε κατά μέρος τα στερεότυπα και τους αφορισμούς (οι καλοί μου φίλοι ξέρουν πόσο θέλω να γυρίσω) κι ας επικεντρωθούμε στην ουσία: ο σεβασμός των θεσμών, των νόμων, και εν τέλει των συνανθρώπων, που στο μέσο νεοέλληνα μπορεί να φαίνεται και βαρετός, προκύπτει από την απόλυτη συναίσθηση της συμμετοχής σε μια κοινωνία ανθρώπων, κάθε κίνηση και δράση εναντίον της οποίας, σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρείται ακατανόητη. Φυσικά υπάρχουν κι εξαιρέσεις αντικοινωνικότητας και μάλιστα πιο βίαιες από ό,τι στην Ελλάδα. Το θέμα όμως είναι τι υπάρχει στο μυαλό και την ψυχή του μέσου πολίτη. Ξέρω, δεν ανακαλύπτω την Αμερική. Υπάρχει όμως μια λεπτή απόχρωση: η καθημερινή αξία αυτού του σεβασμού που προσπάθησε με ανορθόδοξο τρόπο να μου υπενθυμίσει η γιαγιά της διάβασης, και κυρίως η συνείδησή του, η συναίσθηση της σημασίας του.
Οι νεοέλληνες χάσαμε αυτό το παιχνίδι προ πολλού. Πότε ακριβώς; Το ‘90 με την ΟΝΕ; Το ‘80 με τον παπανδρεΐσμό; Στη μεταπολίτευση, στη χούντα, το ‘50 με την αστυφιλία, στον εμφύλιο, το ‘22, στην τουρκοκρατία; Δεν έχω ιδέα. Δε νομίζω να έχει κανείς καμιά αμφιβολία ότι η κοινωνική συνείδηση του νεοέλληνα είναι πιο ατροφική κι από κοκοφοίνικα της Νορμανδίας. Ή ότι στο εγώ μας βλέπουμε την πραγμάτωση του σύμπαντος κόσμου. Η συλλογικότητα και η συμμετοχή έχει καταντήσει «προνόμιο» των ακραίων ομάδων, και συχνά ως τέτοιο στηλιτεύεται!
Λοιπόν, εδώ έχω νομίζω μια ανατροπή: Με όλα αυτά δε θέλω να πω ότι μας αξίζουν αυτά που τραβάμε. Αυτό είναι λίγο εκτός θέματος. Θέλω απλώς να πω ότι η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης δε μας αφήνει να αντιδράσουμε! Γιατί η επανάσταση, με την ευρεία έννοια, είναι μια πράξη απόλυτης αυταπάρνησης προς όφελος του κοινού καλού: ποιος έλληνας σήμερα είναι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο; Έτσι, είναι λογικό να κυριαρχεί η προσωπική άποψη, ως απόλυτη έκφραση αποστασιοποίησης και σε τελική ανάλυση ατομισμού. Είναι λογικό να κυριαρχεί και ο μηδενισμός, η αντί-δραση, η δυσπιστία απέναντι σε κάθε συλλογική κίνηση. Πως θα αλλάξουν λοιπόν όλα αυτά; Δε θα γίνει ποτέ λοιπόν επανάσταση; Εδώ λοιπόν, μου φαίνεται πως ανοίγονται δυο δρόμοι.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο, η εφημερία έχει τελειώσει, η γνώριμη αίσθηση της δικαίωσης, Linkin Park στο ραδιοCD. Μου αξίζει ένα πρωινό στο Tous les Jours Dimanche, μια βόλτα στο πάρκο ή στην παλιά πόλη με τα ασυμμέτρως παράλληλα δρομάκια. Ρεμβάζω οδηγώντας, ο ήλιος με ενοχλεί ευχάριστα στα μάτια. Ξαφνικά, από μια διασταύρωση με στοπ πετάγεται ένα παλιό Ρενώ, το οδηγεί ένας ξανθόψειρας τυπικός Βόρειος, ένας ποδηλάτης τη γλυτώνει παρά τρίχα και τρέχει να ανάψει ένα κερί στον Άγιο Φιλμπέρτο. «Ευτυχώς, σκέφτομαι. Ευτυχώς υπάρχουν και μαλάκες γάλλοι». Ευτυχώς γιατί σημαίνει ότι υπάρχει ελπίδα και για μας: δε χρειάζεται να καταλάβουμε όλοι, αρκεί μια κρίσιμη μάζα.
Προλαβαίνουμε να αρχίσουμε; Προλαβαίνουμε να μάθουμε να σεβόμαστε, να εντασσόμαστε, να αντιδράμε, να απαιτούμε συλλογικά για πρόοδο που δεν είναι ανάγκη να αφορά το άτομό μας αποκλειστικά; Ποιος ξέρει, μπορεί και να προλαβαίνουμε. Αλλά αν δε γίνει το πρώτο βήμα, ταξίδι δεν κάνουμε. Και φτάνει πια με αυτή την αίσθηση ανέφικτου της αλλαγής: όπως υπάρχουν μαλάκες γάλλοι, υπάρχουν και έλληνες που καταλαβαίνουν το αυτονόητο, που πάμε όλοι να ξεχάσουμε, ότι όλα έχουν σχέση, tout se tient, μπαίνεις σε δουλειά με μέσο, κλέβεις το μήλο της Αννούλας, γίνεσαι λέκτορας κουβαλώντας τη βαλίτσα, αντιγράφεις στο πανεπιστήμιο, βρίσκεις τα παράθυρα στους νόμους, παίρνεις φακελάκια και μίζες, στο τέλος θα γαμηθεί η καμήλα. Υπάρχουν κι αυτοί που καταλαβαίνουν, και το οφείλουν δεν ξέρω που, στην ανατροφή τους από τους γονείς τους, στην ευφυία τους, στα γονίδιά τους, σε έναν έρωτα, στην αγάπη για τους ανθρώπους γύρω τους, κάπως έγινε και το κατάλαβαν, και, putain, μπορούμε πολλοί να γίνουμε έτσι, έχουμε κι εμείς αγαπήσει, πως είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνουμε την αξία της συμμετοχής και του κοινού καλού;
Υπάρχει και ο δεύτερος δρόμος, ο ρεαλιστικός. Όπου η αλλαγή γίνεται βίαια, με μια επανάσταση όπως οι περισσότερες της Ιστορίας, όταν η κατάσταση γίνεται τόσο αφόρητη που ακόμα κι ο ατομιστής πολίτης δεν έχει πια τίποτα να χάσει και θέτει τον άδειο του εαυτό στη διάθεση οποιασδήποτε βίαιης κίνησης ανατροπής. Κάπως δυσάρεστη σα λύση. Και λίγο επικίνδυνη. Αλλά αναπόφευκτη, είπε ο Καρλ, και το έχει δείξει πάμπολλες φορές η Ιστορία. Βέβαια, η νεοελληνική κοινωνία έχει τόσο ατομισμό μέσα της, που απέχει πάρα πολύ από μια τέτοια εξέλιξη. Αλλά η Ιστορία συμβαίνει, κι όχι μόνο στα βιβλία.
Γύρισα σπίτι, άνοιξα τις κουρτίνες για να μπει ο ήλιος, με μια απότομη κίνηση, θεατρική, όπως αρμόζει στη σπανιότητα του φαινομένου. Η χοντρή μαύρη γάτα κάθεται πάντα σαν το Βούδα στην ταρατσούλα και στο απέναντι παράθυρο ένας μπαμπάς παίζει με ένα μικρό Φιλίπ ή Ζερόμ, ή με μια Ελοντί, Κορίν, Στεφανί. Σκέφτομαι λίγο μελοδραματικά, post-εφημερία effect, και ανοίγω το φάκελο με τις φωτογραφίες. Βρίσκω τον Πέτρο, τη Μυρτώ, τον Πάρη, το Βασίλη, τη Λήδα, το Γιώργο, την Κλειώ. Η γενιά των γονιών μας πίστεψε ότι το χρέος της τελείωσε με το Πολυτεχνείο. Εμείς δεν έχουμε πετύχει τίποτα. Ίσως νιώσουμε την ανάγκη να μάθουμε στα δικά μας παιδιά, που γεννιούνται σιγά σιγά, την αξία της αγάπης για τους ανθρώπους γύρω μας και για την κοινωνία που ανήκουμε. Ότι όποιος χάνει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού του για να προοδεύσουν οι διπλανοί του δεν είναι κορόϊδο, και ότι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι υπάρχουν γύρω μας, και, αν δεν τους βλέπουμε ακόμα σύντομα θα βρεθούμε. Έτσι πρέπει να τους τα πούμε, απλά και κατανοητά, χωρίς επιτηδευμένες και περίτεχνες απόψεις, να μη φοβηθούμε ότι θα μας πουν κοινότυπους. Πρέπει να καταλάβουν πόσο απίστευτα απλό και αληθινό είναι όλο αυτό. Η επίδραση των λόγων μας δε θα αργήσει: σε 15-20 χρόνια τα παιδιά μας θα είναι ante portas των πολιτικών παρατάξεων. Όπως διαπιστώνουμε με πίκρα, 15-20 χρόνια δεν είναι τίποτα,
είναι σα χθες, θυμάσαι, τότε που πίναμε ουζάκι στην Καισαριανή.
Ένα βροχερό πρωινό, οδηγώντας ανύποπτος, συνέλαβα με την άκρη του ματιού μου μια ηλικιωμένη κυρία να βάζει το πόδι της στην άσφαλτο, με την απόλυτη βεβαιότητα για μια επικείμενη ασφαλή μετάβαση απέναντι. Για ένα κρίσιμο δευτερόλεπτο αμφιταλαντεύτηκα ανάμεσα σε ένα βίαιο φρενάρισμα – δείγμα σεβασμού προς τη γραία, αλλά με τον κίνδυνο του σοδομισμού, μεταφορικό και κυριολεκτικό, από έναν ενδεχομένως βιαστικό οδηγό λεωφορείου να ελοχεύει, και σε μια πιο συγκαταβατική λύση του τύπου «δεν επιβραδύνω – δεν επιταχύνω – χαμογελάω ευγενικά κοιτώντας τη και ζητώντας συγνώμη – χρησιμοποιώ μάλιστα το χαμόγελο που δηλώνει πόσο καλό παιδί είμαι, και πόσο καλός γαμπρός θα ήμουν για την εγγονή σας, κρίμα που είμαι παντρεμένος». Μέχρι να αποφασίσω, η καλή κυρία τραβούσε το πόδι της από το δρόμο, όχι μόνο τρομαγμένη, αλλά και με μια έκπληκτη απογοήτευση για έναν κόσμο που καταρρέει, για ένα σύστημα αρχών και αξιών που προσβάλλεται βάναυσα, για ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο που παραβιάζεται.
Το περιστατικό δεν τελείωσε εκεί, καθώς στο επόμενο φανάρι την είδα από τον καθρέφτη να στέκεται ακόμα εκεί, κουνώντας απειλητικά μια τεράστια ομπρέλα προς το μέρος μου και ξεστομίζοντας ποιος ξέρει ποιες ακατανόμαστες εκφράσεις. Εκείνη την ώρα αισθάνθηκα άσχημα, το ξεπέρασα όμως σε δευτερόλεπτα, και το ξέχασα.
Δηλαδή δεν το ξέχασα οριστικά, προφανώς, αφού το ανακαλώ τώρα, δυο χρόνια μετά...
Ποιοί είναι οι Αγανακτισμένοι; Γιατί δε συντάσσονται όλοι μαζί τους; Γιατί υπάρχουν τόσοι που ειρωνεύονται, δυσπιστούν, ακόμα και χλευάζουν αυτή την κίνηση, και κάθε άλλη κίνηση διαμαρτυρίας; Γιατί ο κόσμος δεν επαναστατεί; Τα ερωτήματα με βασανίζουν, και το εννοώ. Την Αθήνα του 2011 δεν τη ζω απο κοντά, νιώθω σα να παρακολουθώ τις εξελίξεις κοιτώντας ανάποδα μέσα από ένα ζευγάρι κυάλια, όπως κάνουν τα παιδιά και παίρνουν το πρώτο τους μάθημα για τη σχετικότητα της αλήθειας. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει μια σύγχυση, μια αμηχανία, ένας δισταγμός. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει και μια τεράστια άρνηση, μια μηδενιστική απόρριψη κάθε κινητοποίησης. Έκανα μια γύρα στο facebook, βρήκα αγανακτισμένους σε κάθε πόλη που μπορεί να φανταστεί κανείς, στο Γκόθαμ, τη Λιμνούπολη, τη Μόρντορ... Δε λέω, καλό το ΑΡΜ, και το έχουμε τιμήσει, μάρτυς μου ο Ταμπακίς, αλλά εδώ έχουμε κάτι άλλο. Εδώ μπερδεύουμε τη βούρτσα με τη χτένα.
Καθένας έχει κάτι να πει, εκατοντάδες απόψεις εκφράζονται, όλες προσωπικές. Το πρόβλημα ξεκίνησε με την αρθρογραφία του Ίντερνετ. Συνεχίστηκε με τα blogs και ξεφτιλίστηκε με το facebook. Πιστέψτε κάποιον που προσπαθεί με αγωνία να διαμορφώσει μακρόθεν άποψη, ο βομβαρδισμός ετερόκλητων απόψεων είναι ισοπεδωτικός. Ειλικρινά, μερικές φορές στρέφομαι στα γαλλικά μέσα, όχι για την αντικειμενικότητα των ειδήσεων, όπως οι παλιότεροι στη χούντα άκουγαν τη ντόυτσε βέλλε, αλλά για την αντικειμενικότητα των απόψεων. Όμως κι αυτοί έχουν τα δικά τους, και ασχολούνται μαζί μας λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Οι απόψεις έχουν έχουν ένα βασικό πρόβλημα: είναι εύκολες. Είναι εύκολο να καθίσει κάποιος να διαβάσει και να σκεφτεί από 30 δευτερόλεπτα μέχρι 30 μέρες για να αποκτήσει μια άποψη, και σήμερα είναι πια πολύ εύκολο επιπλέον να τη δημοσιεύσει. Μεταξύ των απόψεων είναι ακόμα πιο εύκολο να εκφραστεί μια αρνητική ή μηδενιστική, από το να εκφραστεί μια πρόταση. Αλλά και οι αρνήσεις και οι προτάσεις, όλες οι απόψεις, είναι πολύ πιο εύκολες από τις δράσεις! Και, κακά τα ψέματα, έχουμε εθιστεί εδώ και καιρό στις εύκολες λύσεις. Το δεύτερο πρόβλημα με τις απόψεις, είναι ότι η σκέψη, ανάλογα και με το πόσο ικανός είναι ο καθένας στο να τη χρησιμοποιεί, μπορεί να σκιαγραφεί λεπτομέρειες, λεπτές διαφορές στο πόσο βαραίνει κάθε τι μέσα στο μυαλό μας, να εντάσσει ιδέες άλλων και τελικά να γεννάει μια άποψη, που ανάλογα με την ικανότητα του καθενός είναι διαφορετική, προσωπική. Σπάνια θα βρεθούν σκέψεις και απόψεις μεταξύ των ανθρώπων ολόιδιες. «Και πού είναι το πρόβλημα, σοφέ Al Bouras;». Το πρόβλημα μικρά μου στρουμφάκια είναι ότι η αληθινή ζωή ισοπεδώνει τις απόψεις, και απαιτεί πράξεις. Με λίγα λόγια, ό,τι κι αν σκέφτεσαι, όσο ακριβή κρίση κι αν έχεις, που σε βοήθησε να διαμορφώσεις την απόλυτα ορθή άποψη, στο τέλος της μέρας ή έχεις κατέβει στο δρόμο ή δεν έχεις.
Μακριά από μένα βέβαια η δαιμονοποίηση της ποικιλίας των απόψεων! Αλλά δεν πρέπει μετά την αξία της άποψης να ανακαλύψουμε και την αξία της δράσης;
Η ένταση με την οποία εκφράζονται προσωπικές απόψεις, των οποίων η αντι-δραστικότητα αυξάνει ευθέως ανάλογα με το βάθος και τη λεπτομέρεια της ανάλυσης που περικλείουν, με εκπλήσσει τώρα που το σκέφτομαι, καθώς χάνω τις μοναδικές 5,66 ελεύθερες ώρες μου για να γράφω, αλλά πρέπει να τα γράψω τώρα, αύριο θα είναι αργά. Και σίγουρα σημαίνει κάτι.
Γιατί ο μέσος γάλλος πολίτης θα βγάλει φλας πριν στρίψει ακόμα κι αν βρίσκεται στη Σαχάρα και κατευθύνεται από το Μάλι στην Αλγερία, και θέλει να ξεδιψάσει στην πιο κοντινή όαση; Γιατί οι μοτοσυκλετιστές δεν ορμάνε μεταξύ των σειρών των αυτοκινήτων, γιατί οι γιαγιάδες το θεωρούν δεδομένο ότι θα τις αφήσουν να περάσουν με ασφάλεια τη διάβαση; Ας αφήσουμε κατά μέρος τα στερεότυπα και τους αφορισμούς (οι καλοί μου φίλοι ξέρουν πόσο θέλω να γυρίσω) κι ας επικεντρωθούμε στην ουσία: ο σεβασμός των θεσμών, των νόμων, και εν τέλει των συνανθρώπων, που στο μέσο νεοέλληνα μπορεί να φαίνεται και βαρετός, προκύπτει από την απόλυτη συναίσθηση της συμμετοχής σε μια κοινωνία ανθρώπων, κάθε κίνηση και δράση εναντίον της οποίας, σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρείται ακατανόητη. Φυσικά υπάρχουν κι εξαιρέσεις αντικοινωνικότητας και μάλιστα πιο βίαιες από ό,τι στην Ελλάδα. Το θέμα όμως είναι τι υπάρχει στο μυαλό και την ψυχή του μέσου πολίτη. Ξέρω, δεν ανακαλύπτω την Αμερική. Υπάρχει όμως μια λεπτή απόχρωση: η καθημερινή αξία αυτού του σεβασμού που προσπάθησε με ανορθόδοξο τρόπο να μου υπενθυμίσει η γιαγιά της διάβασης, και κυρίως η συνείδησή του, η συναίσθηση της σημασίας του.
Οι νεοέλληνες χάσαμε αυτό το παιχνίδι προ πολλού. Πότε ακριβώς; Το ‘90 με την ΟΝΕ; Το ‘80 με τον παπανδρεΐσμό; Στη μεταπολίτευση, στη χούντα, το ‘50 με την αστυφιλία, στον εμφύλιο, το ‘22, στην τουρκοκρατία; Δεν έχω ιδέα. Δε νομίζω να έχει κανείς καμιά αμφιβολία ότι η κοινωνική συνείδηση του νεοέλληνα είναι πιο ατροφική κι από κοκοφοίνικα της Νορμανδίας. Ή ότι στο εγώ μας βλέπουμε την πραγμάτωση του σύμπαντος κόσμου. Η συλλογικότητα και η συμμετοχή έχει καταντήσει «προνόμιο» των ακραίων ομάδων, και συχνά ως τέτοιο στηλιτεύεται!
Λοιπόν, εδώ έχω νομίζω μια ανατροπή: Με όλα αυτά δε θέλω να πω ότι μας αξίζουν αυτά που τραβάμε. Αυτό είναι λίγο εκτός θέματος. Θέλω απλώς να πω ότι η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης δε μας αφήνει να αντιδράσουμε! Γιατί η επανάσταση, με την ευρεία έννοια, είναι μια πράξη απόλυτης αυταπάρνησης προς όφελος του κοινού καλού: ποιος έλληνας σήμερα είναι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο; Έτσι, είναι λογικό να κυριαρχεί η προσωπική άποψη, ως απόλυτη έκφραση αποστασιοποίησης και σε τελική ανάλυση ατομισμού. Είναι λογικό να κυριαρχεί και ο μηδενισμός, η αντί-δραση, η δυσπιστία απέναντι σε κάθε συλλογική κίνηση. Πως θα αλλάξουν λοιπόν όλα αυτά; Δε θα γίνει ποτέ λοιπόν επανάσταση; Εδώ λοιπόν, μου φαίνεται πως ανοίγονται δυο δρόμοι.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο, η εφημερία έχει τελειώσει, η γνώριμη αίσθηση της δικαίωσης, Linkin Park στο ραδιοCD. Μου αξίζει ένα πρωινό στο Tous les Jours Dimanche, μια βόλτα στο πάρκο ή στην παλιά πόλη με τα ασυμμέτρως παράλληλα δρομάκια. Ρεμβάζω οδηγώντας, ο ήλιος με ενοχλεί ευχάριστα στα μάτια. Ξαφνικά, από μια διασταύρωση με στοπ πετάγεται ένα παλιό Ρενώ, το οδηγεί ένας ξανθόψειρας τυπικός Βόρειος, ένας ποδηλάτης τη γλυτώνει παρά τρίχα και τρέχει να ανάψει ένα κερί στον Άγιο Φιλμπέρτο. «Ευτυχώς, σκέφτομαι. Ευτυχώς υπάρχουν και μαλάκες γάλλοι». Ευτυχώς γιατί σημαίνει ότι υπάρχει ελπίδα και για μας: δε χρειάζεται να καταλάβουμε όλοι, αρκεί μια κρίσιμη μάζα.
Προλαβαίνουμε να αρχίσουμε; Προλαβαίνουμε να μάθουμε να σεβόμαστε, να εντασσόμαστε, να αντιδράμε, να απαιτούμε συλλογικά για πρόοδο που δεν είναι ανάγκη να αφορά το άτομό μας αποκλειστικά; Ποιος ξέρει, μπορεί και να προλαβαίνουμε. Αλλά αν δε γίνει το πρώτο βήμα, ταξίδι δεν κάνουμε. Και φτάνει πια με αυτή την αίσθηση ανέφικτου της αλλαγής: όπως υπάρχουν μαλάκες γάλλοι, υπάρχουν και έλληνες που καταλαβαίνουν το αυτονόητο, που πάμε όλοι να ξεχάσουμε, ότι όλα έχουν σχέση, tout se tient, μπαίνεις σε δουλειά με μέσο, κλέβεις το μήλο της Αννούλας, γίνεσαι λέκτορας κουβαλώντας τη βαλίτσα, αντιγράφεις στο πανεπιστήμιο, βρίσκεις τα παράθυρα στους νόμους, παίρνεις φακελάκια και μίζες, στο τέλος θα γαμηθεί η καμήλα. Υπάρχουν κι αυτοί που καταλαβαίνουν, και το οφείλουν δεν ξέρω που, στην ανατροφή τους από τους γονείς τους, στην ευφυία τους, στα γονίδιά τους, σε έναν έρωτα, στην αγάπη για τους ανθρώπους γύρω τους, κάπως έγινε και το κατάλαβαν, και, putain, μπορούμε πολλοί να γίνουμε έτσι, έχουμε κι εμείς αγαπήσει, πως είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνουμε την αξία της συμμετοχής και του κοινού καλού;
Υπάρχει και ο δεύτερος δρόμος, ο ρεαλιστικός. Όπου η αλλαγή γίνεται βίαια, με μια επανάσταση όπως οι περισσότερες της Ιστορίας, όταν η κατάσταση γίνεται τόσο αφόρητη που ακόμα κι ο ατομιστής πολίτης δεν έχει πια τίποτα να χάσει και θέτει τον άδειο του εαυτό στη διάθεση οποιασδήποτε βίαιης κίνησης ανατροπής. Κάπως δυσάρεστη σα λύση. Και λίγο επικίνδυνη. Αλλά αναπόφευκτη, είπε ο Καρλ, και το έχει δείξει πάμπολλες φορές η Ιστορία. Βέβαια, η νεοελληνική κοινωνία έχει τόσο ατομισμό μέσα της, που απέχει πάρα πολύ από μια τέτοια εξέλιξη. Αλλά η Ιστορία συμβαίνει, κι όχι μόνο στα βιβλία.
Γύρισα σπίτι, άνοιξα τις κουρτίνες για να μπει ο ήλιος, με μια απότομη κίνηση, θεατρική, όπως αρμόζει στη σπανιότητα του φαινομένου. Η χοντρή μαύρη γάτα κάθεται πάντα σαν το Βούδα στην ταρατσούλα και στο απέναντι παράθυρο ένας μπαμπάς παίζει με ένα μικρό Φιλίπ ή Ζερόμ, ή με μια Ελοντί, Κορίν, Στεφανί. Σκέφτομαι λίγο μελοδραματικά, post-εφημερία effect, και ανοίγω το φάκελο με τις φωτογραφίες. Βρίσκω τον Πέτρο, τη Μυρτώ, τον Πάρη, το Βασίλη, τη Λήδα, το Γιώργο, την Κλειώ. Η γενιά των γονιών μας πίστεψε ότι το χρέος της τελείωσε με το Πολυτεχνείο. Εμείς δεν έχουμε πετύχει τίποτα. Ίσως νιώσουμε την ανάγκη να μάθουμε στα δικά μας παιδιά, που γεννιούνται σιγά σιγά, την αξία της αγάπης για τους ανθρώπους γύρω μας και για την κοινωνία που ανήκουμε. Ότι όποιος χάνει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού του για να προοδεύσουν οι διπλανοί του δεν είναι κορόϊδο, και ότι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι υπάρχουν γύρω μας, και, αν δεν τους βλέπουμε ακόμα σύντομα θα βρεθούμε. Έτσι πρέπει να τους τα πούμε, απλά και κατανοητά, χωρίς επιτηδευμένες και περίτεχνες απόψεις, να μη φοβηθούμε ότι θα μας πουν κοινότυπους. Πρέπει να καταλάβουν πόσο απίστευτα απλό και αληθινό είναι όλο αυτό. Η επίδραση των λόγων μας δε θα αργήσει: σε 15-20 χρόνια τα παιδιά μας θα είναι ante portas των πολιτικών παρατάξεων. Όπως διαπιστώνουμε με πίκρα, 15-20 χρόνια δεν είναι τίποτα,
είναι σα χθες, θυμάσαι, τότε που πίναμε ουζάκι στην Καισαριανή.
Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011
Κουβέντες του Καΐρου
«Είναι τόσο απλό, όσο το λέω: όταν οι άνθρωποι πιέζονται συνεχώς προς τα κάτω, προς την πείνα, τη δυστυχία, τελικά θα ξεσπάσουν. Είναι βέβαιο, γιατί είναι λογικό. Κι όταν ξεσπάσουν, δε θα διακρίνουν τις αποχρώσεις: ό,τι μοιάζει μ’ αυτό που τους τρώει τη ζωή, θα πέσει». Ντανέμπ, Μαγαδασκάρη.
«Τους είπα να έρθουν για λίγες μέρες να μείνουν μαζί μας μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Ο πατέρας μου δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει. Δε συμβαίνει τίποτα, μου είπε, όλα είναι ήσυχα. Αναρρωτιέμαι αν θα αλλάξει κάτι». Φαέντ, Τυνήσιος δεύτερης γενιάς.
«Επιτέλους, μια αντίδραση». Ανώνυμος σχολιαστής για την καταδίκη των γεγονότων στην Αίγυπτο με καθυστέρηση 4 ημερών από τη γαλλική κυβέρνηση.
«Δεν είναι το ίδιο με σας. Οι δικές μας χώρες είναι πλούσιες. Η Αλγερία έχει όσο πετρέλαιο έχουν οι Σαουδάραβες, αλλά ο κόσμος πεινάει. Η δική σας χώρα είναι φτωχή, οι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αυτό». Γιουσέφ, Μαρόκο, σε μένα.
«Στην Αίγυπτο οι άνθρωποι πεθαίνουν στους δρόμους από πείνα. Το ζήτημα δεν είναι πολιτικό, είναι ζωτικό». Αλά, Ιορδανός στρατιωτικός γιατρός, μ’ ένα μπρελόκ με τη φωτογραφία του Αμπντουλάχ του δεύτερου στην τσέπη.
«Τα βλέπεις; Είμαι περήφανος, η χώρα μου είναι πρακτικά η μόνη αραβική χώρα χωρίς ισόβιο μονάρχη». Ραμπί, Λίβανος.
«Και είδαμε τα χάλια σας». Αλά, εις απάντησιν.
«Θα μείνουμε στο δρόμο μέχρι να φύγει. Σας παρακαλώ να το γράψετε. Είμαι 39 χρονών και βρίσκεται στην εξουσία από τότε που ήμουν 9. Φτάνει πια!». Μουσταφά, Αιγύπτιος διαδηλωτής στην ανταποκρίτρια της Liberation.
«Θα πάρω μέρος στη διαδήλωση, ακόμα κι αν είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω στη ζωή μου. Ακόμα κι αν πρέπει να πεθάνουν 20 εκατομμύρια, οι υπόλοιποι θα ζήσουν με αξιοπρέπεια». Μωχάμεντ, Αιγύπτιος διαδηλωτής 90 ετών, στην ανταποκρίτρια της Liberation, για να προσθέσει:
«Η ελευθερία έχει τιμή, δεν είναι δωρεάν».
«Τους είπα να έρθουν για λίγες μέρες να μείνουν μαζί μας μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Ο πατέρας μου δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει. Δε συμβαίνει τίποτα, μου είπε, όλα είναι ήσυχα. Αναρρωτιέμαι αν θα αλλάξει κάτι». Φαέντ, Τυνήσιος δεύτερης γενιάς.
«Επιτέλους, μια αντίδραση». Ανώνυμος σχολιαστής για την καταδίκη των γεγονότων στην Αίγυπτο με καθυστέρηση 4 ημερών από τη γαλλική κυβέρνηση.
«Δεν είναι το ίδιο με σας. Οι δικές μας χώρες είναι πλούσιες. Η Αλγερία έχει όσο πετρέλαιο έχουν οι Σαουδάραβες, αλλά ο κόσμος πεινάει. Η δική σας χώρα είναι φτωχή, οι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αυτό». Γιουσέφ, Μαρόκο, σε μένα.
«Στην Αίγυπτο οι άνθρωποι πεθαίνουν στους δρόμους από πείνα. Το ζήτημα δεν είναι πολιτικό, είναι ζωτικό». Αλά, Ιορδανός στρατιωτικός γιατρός, μ’ ένα μπρελόκ με τη φωτογραφία του Αμπντουλάχ του δεύτερου στην τσέπη.
«Τα βλέπεις; Είμαι περήφανος, η χώρα μου είναι πρακτικά η μόνη αραβική χώρα χωρίς ισόβιο μονάρχη». Ραμπί, Λίβανος.
«Και είδαμε τα χάλια σας». Αλά, εις απάντησιν.
«Θα μείνουμε στο δρόμο μέχρι να φύγει. Σας παρακαλώ να το γράψετε. Είμαι 39 χρονών και βρίσκεται στην εξουσία από τότε που ήμουν 9. Φτάνει πια!». Μουσταφά, Αιγύπτιος διαδηλωτής στην ανταποκρίτρια της Liberation.
«Θα πάρω μέρος στη διαδήλωση, ακόμα κι αν είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω στη ζωή μου. Ακόμα κι αν πρέπει να πεθάνουν 20 εκατομμύρια, οι υπόλοιποι θα ζήσουν με αξιοπρέπεια». Μωχάμεντ, Αιγύπτιος διαδηλωτής 90 ετών, στην ανταποκρίτρια της Liberation, για να προσθέσει:
«Η ελευθερία έχει τιμή, δεν είναι δωρεάν».
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010
‘Ετσι κι αλλιώς, τους βρήκα όλους εδώ ή oι άνθρωποι που γνώρισα, μέρος τρίτον: Ραμπί και Αλά, ο ένας ήταν Ιρλανδός... *
Γνώρισα λοιπόν και δυο φίλους, το Ραμπί και τον Αλά.
Ο Ραμπί, γεννημένος στο Λίβανο αλλά Γάλλος υπήκοος, μια και κατοικεί εδώ από μικρός, διατηρεί στενές σχέσεις με την πατρίδα του, που αντικατοπτρίζονται στο πάθος του για την πολιτική αλλά και τις θρησκευτικές διαμάχες. Χριστιανός ο ίδιος, καθολικός, αλλά όχι μαρωνίτης όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες του χριστιανοί, αλλά ελληνοκαθολικός, τσακώνεται διαρκώς με όλο τον κόσμο: με τους άλλους καθολικούς για ζητήματα του τυπικού της λατρείας, σαν να περιμένουν έναν Zadig για να τους εξηγήσει την πραγματική σημασία όλων αυτών. Με μένα για το filioque. Με τους μουσουλμάνους, κυρίως, που παλεύουν να τον πείσουν ότι ο Ιησούς δεν ήταν θεός. Πιο πολύ από όλους, τσακώνεται με τον κολλητό του, τον Αλά.
Ο Αλά, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ιορδανία, ήρθε στη Γαλλία πριν δύο χρόνια χωρίς να ξέρει λέξη γαλλικά. Λοχαγός του ιορδανικού στρατού, μουσουλμάνος φυσικά, με ευρωπαϊκή όμως παιδεία που οφείλει στην οικογένειά του, που ανήκει στα υψηλά κοινωνικά στρώματα. Αυτό το γεγονός τον κάνει να μην ακολουθεί το Ισλάμ: δε νηστεύει στο ραμαζάνι, πίνει αλκοόλ, καπνίζει, αλλά χοιρινό δεν τρώει: Ζήτημα συνήθειας και όχι πίστης. Δεν παύει όμως να επιμένει για την ορθότητα των ισλαμικών πεποιθήσεων. Ίσως το κάνει πιο πολύ για να τσιγκλάει το Ραμπί. Οι συζητήσεις τους ξεκινάνε στα γαλλικά, σιγά σιγά εμπλέκονται τα αγγλικά και καταλήγουν σε έναν αραβικό χείμαρρο, όταν τους παρακολουθείς είναι σα να ξεκινάς τη βόλτα σου στις ευρωπαικές συνοικίες του Μαρακές ή του Αλγερίου και να χάνεσαι ξαφνικά σε σοκάκια στα βάθη της πόλης, ταξιδιώτης τυχερός που βρέθηκες εκεί αλλά και κάπως ανεπιθύμητος. Η συζήτηση περνάει στην πολιτική, φιλοσύριος και φιλοαμερικάνος ο ένας, λιβανέζος ο άλλος, υπέρ της Χεζμπολάχ ο ένας, «τρομοκράτες» τους αποκαλεί ο άλλος, υπέρ των σαουδοαραβόφιλων κομμάτων ο ένας, υπέρ του πατριωτικού κόμματος του στρατηγού Αούν ο άλλος. Μετά κατεβαίνουν για τσιγάρο και το βράδυ θα βγουν, θα πιουν και θα πειράζουν τα κορίτσια.
Αναρρωτιέμαι πως θα ήταν οι δυό τους αν ζούσαν στη Μέση Ανατολή και όχι στη Γαλλία: δε θα είχαν συναντηθεί ποτέ, και, αν είχαν, σίγουρα δε θα ήταν ούτε καν για χειραψία. Και λέω: αυτή λοιπόν, έτσι απλά, είναι η ευρωπαϊκή επίδραση. Χωρίς συνθήκες και συμφωνίες, κάτι όπως ο αέρας που αναπνέεις, να κοιτάς γύρω τους ανθρώπους που συζητούν. Μ’ όλα της τα κακά, όμως με μια ατμόσφαιρα που την έχουμε συνηθίσει και μας φαίνεται δεδομένη, αλλά δεν είναι.
Ο Ραμπί μου ζητάει βοήθεια για το πρωτότυπο κείμενο σημαντικών χορίων των ευαγγελίων: οι μουσουλμάνοι στα fora οργιάζουν για την απόδειξη μιας υποβαθμισμένης σημασίας του Ιησού, με επιχειρήματα που αντλούν από κακές μεταφράσεις στα γαλλικά: πως να αποδοθούν οι εγκλίσεις, οι πτώσεις, ή οι λεπτές διαφορές λέξεων όπως «καλός» και «αγαθός»... Τις περισσότερες φορές οι πληροφορίες που του δίνω τον βολεύουν: απαντά τότε με οργισμένα μηνύματα και με θεωρεί χριστιανό σύμμαχο. Για να τιμήσει τον Έλληνα φίλο του φωνάζει στους διαδρόμους, υπολείμματα των αρχαίων ελληνικών που διδάχθηκε στο σχολείο, «ο Κύριός μου κάϊ Τεός μου» και «Μεΐζων» με γνήσια αρχαιοελληνική εκφορά των διφθόγγων, αλλά αναπόφευκτα γραφική των οδοντικών συμφώνων. Άλλοτε, επιμένει για το παράλογο της εκ του πατρός μονάχα προελεύσεως, αλλά κι εγώ δεν παραδίνομαι: επιτίθεμαι επί προσωπικού, ωραίος καθολικός είσαι, που για την έρευνα της διατριβής του χρησιμοποιεί ανθρώπινα έμβρυα από εκτρώσεις. Άλλο η επιστήμη και άλλο η πίστη, λέει, και το εννοεί.
Ο Αλά, όσο διαλλακτικός και να είναι, αφήνει μερικές φορές να φανεί η ρίζα του δέντρου που μεγάλωνε μέσα του τόσα χρόνια κι ας το πελέκησε με επιμέλεια και προσοχή δυο χρόνια τώρα. Μια φορά, αφού υπήρξε θύμα μιας σοβαρής διοικητικής αβλεψίας, γύρισε και μου είπε «στην Ιορδανία τουλάχιστον θα μπορούσα να πυροβολήσω κάποιον γι’ αυτό» χωρίς να παίξει το βλέφαρό του. Τον κοίταξα και μου είπε αμέσως: αστειεύομαι εννοείται, αλλά το βλέφαρό του πάλι δεν έπαιξε.
Κι εκείνο το βράδυ του χαμού, όταν για πρώτη φορά τους συνόδεψα στα κλαμπ που διασκεδάζουν, είδα καλά την άλλη τους πλευρά, να αρπάζουν μεθυσμένοι τα κορίτσια «από δω ο φίλος μου ο Έλληνας, ένα χρόνο στη Γαλλία δεν έχει πάει με Γαλλίδα, τι λες;». ‘Ηπια ακόμα μια βότκα ρεντ μπουλ και έφυγα σαν κυνηγημένος: Δε λέω, ελευθερία – ισότης – αδελφότης, αλλά όχι να μας πηδήσετε κιόλας...
*Γραμμένο στις 24-10-2009
ΥΓ. Εννέα Νοεμβρίου Δύο Χιλιάδες Δέκα. Είδα το Ραμπί, γύρισες μου λέει γελώντας, δεύτερη ευκαιρία να πειστείς, αιρετικέ. Ίσως, του λέω. Είδα και τον Αλά, τι κάνεις, φίλε μου, λέει, σκέφτομαι τι να του απαντήσω, αλλά πως να το πω στα γαλλικά, ξαναβάζω τις ρόδες μου σε ράγες κι αρχίζω να κυλάω να κυλάω να κυλάω ξανά.
Ο Ραμπί, γεννημένος στο Λίβανο αλλά Γάλλος υπήκοος, μια και κατοικεί εδώ από μικρός, διατηρεί στενές σχέσεις με την πατρίδα του, που αντικατοπτρίζονται στο πάθος του για την πολιτική αλλά και τις θρησκευτικές διαμάχες. Χριστιανός ο ίδιος, καθολικός, αλλά όχι μαρωνίτης όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες του χριστιανοί, αλλά ελληνοκαθολικός, τσακώνεται διαρκώς με όλο τον κόσμο: με τους άλλους καθολικούς για ζητήματα του τυπικού της λατρείας, σαν να περιμένουν έναν Zadig για να τους εξηγήσει την πραγματική σημασία όλων αυτών. Με μένα για το filioque. Με τους μουσουλμάνους, κυρίως, που παλεύουν να τον πείσουν ότι ο Ιησούς δεν ήταν θεός. Πιο πολύ από όλους, τσακώνεται με τον κολλητό του, τον Αλά.
Ο Αλά, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ιορδανία, ήρθε στη Γαλλία πριν δύο χρόνια χωρίς να ξέρει λέξη γαλλικά. Λοχαγός του ιορδανικού στρατού, μουσουλμάνος φυσικά, με ευρωπαϊκή όμως παιδεία που οφείλει στην οικογένειά του, που ανήκει στα υψηλά κοινωνικά στρώματα. Αυτό το γεγονός τον κάνει να μην ακολουθεί το Ισλάμ: δε νηστεύει στο ραμαζάνι, πίνει αλκοόλ, καπνίζει, αλλά χοιρινό δεν τρώει: Ζήτημα συνήθειας και όχι πίστης. Δεν παύει όμως να επιμένει για την ορθότητα των ισλαμικών πεποιθήσεων. Ίσως το κάνει πιο πολύ για να τσιγκλάει το Ραμπί. Οι συζητήσεις τους ξεκινάνε στα γαλλικά, σιγά σιγά εμπλέκονται τα αγγλικά και καταλήγουν σε έναν αραβικό χείμαρρο, όταν τους παρακολουθείς είναι σα να ξεκινάς τη βόλτα σου στις ευρωπαικές συνοικίες του Μαρακές ή του Αλγερίου και να χάνεσαι ξαφνικά σε σοκάκια στα βάθη της πόλης, ταξιδιώτης τυχερός που βρέθηκες εκεί αλλά και κάπως ανεπιθύμητος. Η συζήτηση περνάει στην πολιτική, φιλοσύριος και φιλοαμερικάνος ο ένας, λιβανέζος ο άλλος, υπέρ της Χεζμπολάχ ο ένας, «τρομοκράτες» τους αποκαλεί ο άλλος, υπέρ των σαουδοαραβόφιλων κομμάτων ο ένας, υπέρ του πατριωτικού κόμματος του στρατηγού Αούν ο άλλος. Μετά κατεβαίνουν για τσιγάρο και το βράδυ θα βγουν, θα πιουν και θα πειράζουν τα κορίτσια.
Αναρρωτιέμαι πως θα ήταν οι δυό τους αν ζούσαν στη Μέση Ανατολή και όχι στη Γαλλία: δε θα είχαν συναντηθεί ποτέ, και, αν είχαν, σίγουρα δε θα ήταν ούτε καν για χειραψία. Και λέω: αυτή λοιπόν, έτσι απλά, είναι η ευρωπαϊκή επίδραση. Χωρίς συνθήκες και συμφωνίες, κάτι όπως ο αέρας που αναπνέεις, να κοιτάς γύρω τους ανθρώπους που συζητούν. Μ’ όλα της τα κακά, όμως με μια ατμόσφαιρα που την έχουμε συνηθίσει και μας φαίνεται δεδομένη, αλλά δεν είναι.
Ο Ραμπί μου ζητάει βοήθεια για το πρωτότυπο κείμενο σημαντικών χορίων των ευαγγελίων: οι μουσουλμάνοι στα fora οργιάζουν για την απόδειξη μιας υποβαθμισμένης σημασίας του Ιησού, με επιχειρήματα που αντλούν από κακές μεταφράσεις στα γαλλικά: πως να αποδοθούν οι εγκλίσεις, οι πτώσεις, ή οι λεπτές διαφορές λέξεων όπως «καλός» και «αγαθός»... Τις περισσότερες φορές οι πληροφορίες που του δίνω τον βολεύουν: απαντά τότε με οργισμένα μηνύματα και με θεωρεί χριστιανό σύμμαχο. Για να τιμήσει τον Έλληνα φίλο του φωνάζει στους διαδρόμους, υπολείμματα των αρχαίων ελληνικών που διδάχθηκε στο σχολείο, «ο Κύριός μου κάϊ Τεός μου» και «Μεΐζων» με γνήσια αρχαιοελληνική εκφορά των διφθόγγων, αλλά αναπόφευκτα γραφική των οδοντικών συμφώνων. Άλλοτε, επιμένει για το παράλογο της εκ του πατρός μονάχα προελεύσεως, αλλά κι εγώ δεν παραδίνομαι: επιτίθεμαι επί προσωπικού, ωραίος καθολικός είσαι, που για την έρευνα της διατριβής του χρησιμοποιεί ανθρώπινα έμβρυα από εκτρώσεις. Άλλο η επιστήμη και άλλο η πίστη, λέει, και το εννοεί.
Ο Αλά, όσο διαλλακτικός και να είναι, αφήνει μερικές φορές να φανεί η ρίζα του δέντρου που μεγάλωνε μέσα του τόσα χρόνια κι ας το πελέκησε με επιμέλεια και προσοχή δυο χρόνια τώρα. Μια φορά, αφού υπήρξε θύμα μιας σοβαρής διοικητικής αβλεψίας, γύρισε και μου είπε «στην Ιορδανία τουλάχιστον θα μπορούσα να πυροβολήσω κάποιον γι’ αυτό» χωρίς να παίξει το βλέφαρό του. Τον κοίταξα και μου είπε αμέσως: αστειεύομαι εννοείται, αλλά το βλέφαρό του πάλι δεν έπαιξε.
Κι εκείνο το βράδυ του χαμού, όταν για πρώτη φορά τους συνόδεψα στα κλαμπ που διασκεδάζουν, είδα καλά την άλλη τους πλευρά, να αρπάζουν μεθυσμένοι τα κορίτσια «από δω ο φίλος μου ο Έλληνας, ένα χρόνο στη Γαλλία δεν έχει πάει με Γαλλίδα, τι λες;». ‘Ηπια ακόμα μια βότκα ρεντ μπουλ και έφυγα σαν κυνηγημένος: Δε λέω, ελευθερία – ισότης – αδελφότης, αλλά όχι να μας πηδήσετε κιόλας...
*Γραμμένο στις 24-10-2009
ΥΓ. Εννέα Νοεμβρίου Δύο Χιλιάδες Δέκα. Είδα το Ραμπί, γύρισες μου λέει γελώντας, δεύτερη ευκαιρία να πειστείς, αιρετικέ. Ίσως, του λέω. Είδα και τον Αλά, τι κάνεις, φίλε μου, λέει, σκέφτομαι τι να του απαντήσω, αλλά πως να το πω στα γαλλικά, ξαναβάζω τις ρόδες μου σε ράγες κι αρχίζω να κυλάω να κυλάω να κυλάω ξανά.
Κυριακή 25 Απριλίου 2010
Nevermore
Ποτέ πια υπήκοος χωρών ισχυρών ή χρεοκωπημένων
Ποτέ πια υποτελής
Ποτέ πια εξαρτώμενος
Ποτέ πια πιστός
Ποτέ πια ακόλουθος
Ποτέ πια ανακόλουθος
Ποτέ πια μόνος μ’ εκείνους
Ποτέ πια κινούμενο κάδρο στα έργα των άλλων
Ποτέ πια όργανο ομιλόν
Είπε το κοράκι
Ποτέ πια
Ποτέ πια υποτελής
Ποτέ πια εξαρτώμενος
Ποτέ πια πιστός
Ποτέ πια ακόλουθος
Ποτέ πια ανακόλουθος
Ποτέ πια μόνος μ’ εκείνους
Ποτέ πια κινούμενο κάδρο στα έργα των άλλων
Ποτέ πια όργανο ομιλόν
Είπε το κοράκι
Ποτέ πια
Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009
Δεν είμαι ούτε ο Χάουζ (part IIa)
Ο Χάουζ στάθηκε ανέκφραστος· λες και ήταν ικανός για οποιαδήποτε έκφραση. Η ασθενής του τον κοιτούσε φοβισμένη: ένα κοριτσάκι 8 χρονών, μα πόσα από δαύτα υπάρχουν επιτέλους, σκεφτόταν εκνευρισμένος. Και –τι έκπληξη!– έκανε κι αυτή επιληπτικές κρίσεις, όπως αμέτρητα άλλα οκτάχρονα κωλόπαιδα που τον έπρηζαν τόσα χρόνια. Και φυσικά οι εξετάσεις μέχρι τώρα ήταν φυσιολογικές, δεν είχε καν κανέναν όγκο, να γουστάρουμε λιγάκι. Τι σκατά, όλες αυτές τις εξετάσεις τι τις κάνω κάθε φορά, σκέφτηκε, παντελώς άχρηστες είναι, πάντα φυσιολογικές βγαίνουν. Τώρα όμως θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Απόλαυσε για λίγα δευτερόλεπτα τον απαίσιο κι απερίγραπτο τρόμο στα μάτια της μικρής και είπε: «Θα πεθάνεις». Το κοριτσάκι κράτησε την αναπνοή του: αυτό ήταν όλο; το βλέμμα του την είχε προετοιμάσει για κάτι πολύ χειρότερο. Ο Χαόυζ απογοητεύτηκε. «Θα πεθάνεις τελείως, γιοκ, φινίτο, δι εντ, τόταλλυ ντεντ, καταλαβαίνεις;».
«Για να βρούμε τι προκαλεί τις κρίσεις θα σου ρουφήξουμε όλο το αίμα και θα το μελετήσουμε αιμοσφαίριο – αιμοσφαίριο μέχρι να βρούμε την αιτία. Είναι μια μοντέρνα μέθοδος που μόλις επινόησα για να σε βασανίσω και για να εκνευρίσω τους συνεργάτες μου». «Κι αν δε θέλω;» ψέλλισε η μικρή. «Τότε θα πάρω μια σακούλα ποπ-κορν και θα κάθομαι να βλέπω τα εγκεφαλικά σου κύτταρα να γίνονται μπάρμπεκιου από την ανεξέλεγκτη ηλεκτρική δραστηριότητα. Θα περάσουμε γαμάτα». «Δεν μπορείτε απλώς να μου δώσετε αντιεπιληπτικά;» τόλμησε η θρασύτατη νεαρή, αλλά ο άρχοντας παρέμεινε ψύχραιμος: «Δεν αφήνεις τις εξυπνάδες; Και σταμάτα να βλέπεις Γκρέυζ, σε χαλάει. Αυτά δε γίνονται ιν ρίαλ λάιφ».
Στην επόμενη σκηνή, το αίμα έπεφτε σταγόνα – σταγόνα. Λίγες στιγμές ζωής έμεναν στο άτυχο πλασματάκι, και οι συνεργάτες του Χάουζ είχαν μελετήσει σχεδόν όλα τα αιμοσφαίρια χωρίς αποτέλεσμα. «Για μια στιγμή» φώναξε ο θεός κοιτώντας στην οθόνη ένα ύποπτο αιμοσφαίριο. Ήταν μαλλιαρό και βέλλαζε. «Ανεξέλεγκτη προβατοφαγία. Τα μαλλιαρά αιμοσφαίρια συσσωρεύονται στον εγκέφαλο και προκαλούν κρίσεις. Κάντε της μεταγγίσεις» φώναξε βγαίνοντας προς τα έξω και πηγαίνοντας να ανακρίνει τον κτηνοτρόφο πατέρα.
«Τα πρόβατα εξαφανίζονταν μυστηριωδώς», απολογήθηκε εκείνος. «Κι εγώ που έλεγα πως τά ‘τρωγε λύκος...»
«Αφού σας τό ‘χω πει χιλιάδες φορές, ρε ηλίθιοι», άφρισε ο Χάους. «Ποτέ δεν είναι λύκος».
«Για να βρούμε τι προκαλεί τις κρίσεις θα σου ρουφήξουμε όλο το αίμα και θα το μελετήσουμε αιμοσφαίριο – αιμοσφαίριο μέχρι να βρούμε την αιτία. Είναι μια μοντέρνα μέθοδος που μόλις επινόησα για να σε βασανίσω και για να εκνευρίσω τους συνεργάτες μου». «Κι αν δε θέλω;» ψέλλισε η μικρή. «Τότε θα πάρω μια σακούλα ποπ-κορν και θα κάθομαι να βλέπω τα εγκεφαλικά σου κύτταρα να γίνονται μπάρμπεκιου από την ανεξέλεγκτη ηλεκτρική δραστηριότητα. Θα περάσουμε γαμάτα». «Δεν μπορείτε απλώς να μου δώσετε αντιεπιληπτικά;» τόλμησε η θρασύτατη νεαρή, αλλά ο άρχοντας παρέμεινε ψύχραιμος: «Δεν αφήνεις τις εξυπνάδες; Και σταμάτα να βλέπεις Γκρέυζ, σε χαλάει. Αυτά δε γίνονται ιν ρίαλ λάιφ».
Στην επόμενη σκηνή, το αίμα έπεφτε σταγόνα – σταγόνα. Λίγες στιγμές ζωής έμεναν στο άτυχο πλασματάκι, και οι συνεργάτες του Χάουζ είχαν μελετήσει σχεδόν όλα τα αιμοσφαίρια χωρίς αποτέλεσμα. «Για μια στιγμή» φώναξε ο θεός κοιτώντας στην οθόνη ένα ύποπτο αιμοσφαίριο. Ήταν μαλλιαρό και βέλλαζε. «Ανεξέλεγκτη προβατοφαγία. Τα μαλλιαρά αιμοσφαίρια συσσωρεύονται στον εγκέφαλο και προκαλούν κρίσεις. Κάντε της μεταγγίσεις» φώναξε βγαίνοντας προς τα έξω και πηγαίνοντας να ανακρίνει τον κτηνοτρόφο πατέρα.
«Τα πρόβατα εξαφανίζονταν μυστηριωδώς», απολογήθηκε εκείνος. «Κι εγώ που έλεγα πως τά ‘τρωγε λύκος...»
«Αφού σας τό ‘χω πει χιλιάδες φορές, ρε ηλίθιοι», άφρισε ο Χάους. «Ποτέ δεν είναι λύκος».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)